Ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται για την πρώτη Ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης στη δεύτερη θητεία του, την ώρα που το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας οδεύει σε παύση χρηματοδότησης. Ρεπουμπλικανοί ανησυχούν ότι η εικόνα ενός μερικώς κλειστού κράτους θα υπονομεύσει το μήνυμα ισχύος και κανονικότητας που επιδιώκει ο Λευκός Οίκος.
Η Ουάσιγκτον εισέρχεται σε μια ακόμη περίοδο πολιτικής οξύτητας, καθώς η πρώτη Ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης του Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη προεδρική του θητεία, προγραμματισμένη για τις 24 Φεβρουαρίου, συμπίπτει με ένα νέο μερικό shutdown της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η χρηματοδότηση του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) λήγει μέσα στη νύχτα, χωρίς να διαφαίνεται γρήγορη συμφωνία μεταξύ Λευκού Οίκου και Δημοκρατικών στη Γερουσία για την πολιτική μεταναστευτικής επιβολής.
Σύγκρουση για τη μετανάστευση και πολιτικό ρίσκο για τον Τραμπ
Ο Λευκός Οίκος επιδιώκει αυστηροποίηση της εφαρμογής της μεταναστευτικής νομοθεσίας, κάτι που οι Δημοκρατικοί θεωρούν υπερβολικό και επιχειρούν να περιορίσουν μέσω της συμφωνίας για τη χρηματοδότηση του DHS. Το αποτέλεσμα είναι ένα αδιέξοδο που, σύμφωνα με εκτιμήσεις στο Κογκρέσο, μπορεί να διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι την εβδομάδα της ομιλίας της 24ης Φεβρουαρίου.
Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου, αν και δεν τοποθετούνται δημόσια, εκφράζουν ανησυχία για την εικόνα που θα δημιουργηθεί αν ο πρόεδρος κληθεί να δηλώσει ότι «η κατάσταση της Ένωσης είναι ισχυρή», ενώ ένα κρίσιμο υπουργείο παραμένει χωρίς χρηματοδότηση. Όπως σχολίασε ανώνυμα Ρεπουμπλικανός μέλος της Βουλής, αυτό «δεν φωνάζει ακριβώς “λειτουργική ρεπουμπλικανική τριπλή εξουσία”» – δεδομένου ότι το κόμμα ελέγχει Λευκό Οίκο και Κογκρέσο.
Παρά τις ενστάσεις, ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει, προς το παρόν, σκέψη αναβολής της ομιλίας. Και ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, αναμένεται να διατηρήσει την πρόσκληση, εκτός αν ο ίδιος ο Λευκός Οίκος ζητήσει αλλαγή.
Στρατηγικές επικοινωνίας και κίνδυνος θεσμικής απαξίωσης
Για τον Τραμπ, η φετινή ομιλία θεωρείται κομβική ευκαιρία να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα από πρόσφατα γεγονότα – από θανατηφόρες επιχειρήσεις ομοσπονδιακών μεταναστευτικών πρακτόρων στη Μινεσότα έως την επαναφορά στο προσκήνιο των φακέλων του Τζέφρι Έπσταϊν. Ο Λευκός Οίκος επιθυμεί να στρέψει την προσοχή στην οικονομική ατζέντα των Ρεπουμπλικανών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ταυτόχρονα, στελέχη του κόμματος βλέπουν στο shutdown ευκαιρία να μετακυλίσουν την ευθύνη στους Δημοκρατικούς, υποστηρίζοντας ότι εκείνοι οδηγούν σκόπιμα την κυβέρνηση σε χρηματοδοτικό κενό. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, τόνισε ότι ο Τραμπ «θέλει η κυβέρνηση να παραμείνει ανοικτή» και κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς για «κομματικούς λόγους».
Ωστόσο, η πολιτική σκηνή της Ουάσιγκτον προετοιμάζεται και για ένα φορτισμένο κοινοβουλευτικό σκηνικό την ημέρα της ομιλίας. Στη Γερουσία, Δημοκρατικοί συζητούν ακόμη και το ενδεχόμενο μποϊκοτάζ της εκδήλωσης, ενώ άλλοι προκρίνουν την παρουσία σε «σιωπηλή αντίσταση». Στη Βουλή, η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι οι αποδοκιμασίες και οι διακοπές του προέδρου κατά τη διάρκεια της ομιλίας έχουν γίνει σχεδόν κανονικότητα, με περιστατικά που οδήγησαν ακόμη και σε επίσημες επιπλήξεις βουλευτών.
Το shutdown του DHS έχει και ουσιαστικές επιχειρησιακές επιπτώσεις: επηρεάζει τους ελεγκτές αποσκευών της TSA, που θα συνεχίσουν να εργάζονται χωρίς μισθό, καθώς και υπηρεσίες όπως η FEMA και η Ακτοφυλακή. Έτσι, η θεσμική εικόνα της Αμερικής δοκιμάζεται σε δύο επίπεδα: τόσο ως προς τη λειτουργία του κράτους όσο και ως προς τον πολιτικό πολιτισμό στο Κογκρέσο.
Σχόλιο
: Η ταύτιση του κορυφαίου θεσμικού διαγγέλματος με ακόμη ένα shutdown υπογραμμίζει τη δομική πόλωση του αμερικανικού συστήματος: η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί πλέον την ίδια τη λειτουργία του κράτους ως διαπραγματευτικό όπλο, με κόστος τόσο για την αξιοπιστία των θεσμών όσο και για την καθημερινή λειτουργία της διοίκησης.






