Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, παρά τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια για ακρίβεια, θεσμική λειτουργία και καθημερινότητα. Την ίδια ώρα, η αντιπολίτευση – από το ΠΑΣΟΚ έως τον ΣΥΡΙΖΑ και τα νέα εγχειρήματα – βυθίζεται σε υπαρξιακή κρίση και εσωτερικές συγκρούσεις, αδυνατώντας να κεφαλαιοποιήσει την φθορά της κυβέρνησης.
Το 2026 ξεκινά με έντονη πολιτική ρευστότητα, βαριά κοινωνική ατζέντα και αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις, χωρίς όμως να διαμορφώνεται πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Οι δημοσκοπήσεις συγκλίνουν σε ένα σταθερό μοτίβο: η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη με διαφορά, αλλά με περιορισμένο ποσοστό στην πρόθεση ψήφου (περί το 24%-25%), ενώ η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη, εσωστρεφής και χωρίς σαφή στρατηγική.
Κυβερνητική φθορά χωρίς αξιόπιστο αντίπαλο
Οι πολίτες, σύμφωνα με τις έρευνες, δηλώνουν έντονα προβληματισμένοι από την ακρίβεια, την αβεβαιότητα στην εργασία, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τα φαινόμενα διαφθοράς και το διαχρονικό πελατειακό κράτος. Η πλειονότητα θεωρεί ότι η χώρα δεν κινείται στη σωστή κατεύθυνση, ένδειξη βαθιάς δυσπιστίας προς το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Ωστόσο, αυτή η δυσπιστία δεν μεταφράζεται σε μαζική μετακίνηση προς την αντιπολίτευση. Τα κόμματα στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζουν ενίσχυση, ενώ στα αριστερά της εικόνα είναι σχεδόν αποσυνθετική. Η είσοδος στον δημοσκοπικό χάρτη της Μαρίας Καρυστιανού αποτυπώνει τη ρευστότητα και τη διάθεση μέρους του εκλογικού σώματος να αναζητήσει νέες εκφράσεις διαμαρτυρίας, παρότι πρόσφατες τοποθετήσεις της – όπως στο θέμα των αμβλώσεων – έχουν ήδη θολώσει το προφίλ της.
Την ίδια στιγμή, η προσδοκία για νέο κόμμα από τον Αλέξη Τσίπρα δείχνει σημάδια κόπωσης: οι διερευνητικές ερωτήσεις των δημοσκοπήσεων καταγράφουν ότι η παρατεταμένη αναμονή φθείρει το εγχείρημα προτού ακόμη ανακοινωθεί επίσημα.
ΠΑΣΟΚ σε βαθιά εσωτερική δοκιμασία
Στο ΠΑΣΟΚ, η τελευταία μέτρηση της MRB, που το φέρνει ξανά τρίτο, πίσω από το κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, λειτουργεί ως καταλύτης κρίσης. Ενόψει του συνεδρίου του Μαρτίου, η ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη επιχειρεί να περιορίσει την εσωστρέφεια, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο σκληρών πειθαρχικών κινήσεων.
Ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, αναδεικνύεται σε κεντρικό πόλο αμφισβήτησης, ζητώντας δεσμευτικό ψήφισμα ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία. Παρά το γεγονός ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης απορρίπτει αυτό το σενάριο και φαίνεται να ελέγχει τους συσχετισμούς στο συνέδριο, η επιμονή Δούκα – με αίτημα οι κρίσιμες αποφάσεις να ληφθούν από τη βάση – τον φέρνει, σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές, σε τροχιά μετωπικής ρήξης με την ηγεσία. Παράλληλα, το τελεσίγραφο του Παύλου Γερουλάνου για βελτίωση των δημοσκοπικών δεικτών έως το Πάσχα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη θέση της Χαριλάου Τρικούπη.
Κατακερματισμένη Αριστερά και το στοίχημα Τσίπρα
Αριστερά του Κέντρου, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη. Ο ΣΥΡΙΖΑ αγωνίζεται να διατηρηθεί σε ποσοστά κοινοβουλευτικής επιβίωσης και να εκπέμψει μήνυμα συνεργασίας προς τα δεξιά του. Η Νέα Αριστερά βρίσκεται σε εύθραυστη ισορροπία, με την ενότητά της να περιγράφεται ως «τεχνητή» μέχρι τις οριστικές κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα.
Ο πρώην πρωθυπουργός κινείται ήδη με δικό του πολιτικό βηματισμό, συγκροτώντας επιτροπή υπό τον Γιώργο Σιακαντάρη, με στόχο τη διαμόρφωση θέσεων, διακήρυξης και πολιτικού στίγματος του νέου κόμματος. Η λεγόμενη «σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων» δεν συνιστά, σε αυτή τη φάση, πρόσκληση συνεργασίας προς υπάρχοντες σχηματισμούς, αλλά προετοιμασία αυτόνομου φορέα με ορίζοντα το Πάσχα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Νέα Δημοκρατία, παρά τα λάθη και τη φθορά της, εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο μόνος πόλος σχετικής σταθερότητας – χωρίς όμως να διασφαλίζει αυτοδυναμία, ενώ το ΠΑΣΟΚ αποφεύγει ακόμη και τη θεωρητική συζήτηση περί συγκυβέρνησης.
Σχόλιο
: Η ελληνική αντιπολίτευση μοιάζει παγιδευμένη σε εσωτερικούς εμφυλίους και προσωπικές στρατηγικές, την ώρα που η κοινωνική πίεση αυξάνεται και ο δημογραφικός, οικονομικός και θεσμικός κίνδυνος βαθαίνει. Όσο δεν συγκροτείται ένα συνεκτικό, αξιόπιστο προοδευτικό ή κεντρώο αντίβαρο, η πολιτική σκηνή θα παραμένει ταυτόχρονα ασταθής και χωρίς πραγματική εναλλακτική, με αυξημένο ρίσκο περαιτέρω απαξίωσης της δημοκρατικής συμμετοχής.






