Η Ελλάδα επιχειρεί να εξελιχθεί σε βασική νότια πύλη εισόδου LNG για την Ευρώπη, αξιοποιώντας γεωγραφία, υποδομές και στενή ενεργειακή σχέση με τις ΗΠΑ. Το στοίχημα κρίνεται στον «κάθετο διάδρομο», το κόστος μεταφοράς και τον κίνδυνο νέας εξάρτησης.
Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε κρίσιμο κρίκο της νέας ενεργειακής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης, καθώς η ΕΕ οδεύει προς πλήρη απαγόρευση των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου έως το 2027. Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, η Αθήνα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση, την ταχεία ενίσχυση των υποδομών LNG και τους στενούς δεσμούς με την Ουάσιγκτον, ώστε να καταστεί βασική πύλη εισόδου αμερικανικού LNG προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Η γεωπολιτική μετατόπιση στην ενέργεια
Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η Μόσχα κάλυπτε περίπου το 40% των αναγκών φυσικού αερίου της ΕΕ. Έως το 2024 το μερίδιο αυτό είχε υποχωρήσει κοντά στο 11%, με το κενό να καλύπτεται κυρίως από αμερικανικό LNG, που πλέον αντιστοιχεί σχεδόν στο 60% των εισαγωγών LNG της Ευρώπης. «Δεν πρόκειται πλέον να χρηματοδοτούμε τον επιτιθέμενο», σημειώνει ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, υπογραμμίζοντας ότι η απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα «δεν θα συμβεί από μόνη της».
Από την ανάληψη των καθηκόντων του το 2025, ο Παπασταύρου έχει επενδύσει σε μια στρατηγική εμβάθυνσης των ενεργειακών δεσμών με τις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας την ενέργεια ως θεμέλιο των διατλαντικών σχέσεων σε μια περίοδο αυξημένων τριβών μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών. Όπως επισημαίνεται, αυτό που ξεκίνησε ως έκτακτη κάλυψη αναγκών μετά το 2022 εξελίσσεται σε μόνιμη αναδιάταξη της ευρωπαϊκής ενεργειακής τροφοδοσίας, με την «αμερικανική ενέργεια» να καθίσταται διαρθρωτικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Υποδομές, κάθετος διάδρομος και Ρεβυθούσα
Η φιλοδοξία της Ελλάδας αποτυπώνεται στη Ρεβυθούσα, τον κεντρικό τερματικό σταθμό LNG της χώρας, ο οποίος έχει πρόσφατα επεκταθεί και ήδη δέχεται αυξημένες ποσότητες αμερικανικού LNG. Το επαναεριοποιημένο καύσιμο διοχετεύεται προς τα Βαλκάνια και βορειότερα μέσω του «κάθετου διαδρόμου», ενός συστήματος νότου–βορρά που συναπαρτίζουν Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία και Ουκρανία, μετά τη διακοπή των ρωσικών ροών προς τη Βουλγαρία το 2022.
Οι χώρες του διαδρόμου βασίστηκαν σε προσαρμογή υφιστάμενων δικτύων, με τη Βουλγαρία να υλοποιεί επενδύσεις 400 εκατ. ευρώ για άρση συμφόρησης έως το 2027. Η Ελλάδα είχε ήδη προχωρήσει σε διαφοροποίηση προμηθειών, με εμβληματικό έργο τον αγωγό TAP κόστους 4,5 δισ. ευρώ, που από το 2020 συνδέει τα ελληνοτουρκικά σύνορα με την Ιταλία, καθώς και με τον διασυνδετήριο αγωγό Ελλάδας–Βουλγαρίας και νέους σταθμούς συμπίεσης στη βόρεια Ελλάδα.
Οικονομική βιωσιμότητα και κίνδυνος νέας εξάρτησης
Παρά τη γεωπολιτική λογική του σχεδίου, τα εμπορικά σήματα για τον κάθετο διάδρομο παραμένουν μικτά. Η βραχυπρόθεσμη ζήτηση είναι αβέβαιη, καθώς οι αγοραστές αναμένουν τόσο την ολοκλήρωση των έργων αποσυμφόρησης όσο και ρυθμιστικές παρεμβάσεις της ΕΕ που θα επιτρέψουν περισσότερες μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις δυναμικότητας. Ήδη όμως, χρονοθυρίδες στη Ρεβυθούσα έχουν δεσμευτεί μέχρι το 2040, με τη Μαρία Ρίτα Γκάλι, πρώην διευθύνουσα σύμβουλο της ΔΕΣΦΑ, να σημειώνει ότι «φέτος ήταν η πρώτη φορά που η αγορά ήταν ιδιαίτερα ενεργή σε μακροπρόθεσμη βάση» και ότι οι αγοραστές «θεωρούν την Ελλάδα στρατηγικό σημείο εισόδου».
Το βασικό αγκάθι είναι το κόστος. Όπως προειδοποιεί ο Τζούλιαν Μπόουντεν του Oxford Institute for Energy Studies, τα τέλη διέλευσης από Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουγγαρία ή προς την Ουκρανία καθιστούν σήμερα τη διαδρομή «υπερβολικά ακριβή» για να είναι εμπορικά βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, το αμερικανικό LNG είναι διαρθρωτικά ακριβότερο από το προπολεμικό ρωσικό αέριο αγωγών και υπόκειται σε έντονες διακυμάνσεις διεθνών τιμών.
Οι επικριτές προειδοποιούν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αντικαταστήσει μία γεωπολιτική εξάρτηση με μία άλλη, δεδομένου ότι πάνω από το 80% των εισαγωγών LNG της Ελλάδας το 2025 προήλθε από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, ο Μπόουντεν επισημαίνει ότι η κατανομή των αμερικανικών εξαγωγών σε πολλές ιδιωτικές εταιρείες περιορίζει τη δυνατότητα πολιτικής εργαλειοποίησης, σε αντίθεση με το μονοκεντρικό ρωσικό μοντέλο.
Στο πλαίσιο αυτό, η επικείμενη συνάντηση στην Ουάσιγκτον του Παπασταύρου και των υπουργών Ενέργειας των χωρών του κάθετου διαδρόμου με τον Αμερικανό ομόλογό τους Κρις Ράιτ αναμένεται να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για το βάθος της αμερικανικής δέσμευσης και για το κατά πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε διατηρήσιμο ενεργειακό πλεονέκτημα.
Σχόλιο
: Η ελληνική στρατηγική LNG προσφέρει σπάνιο παράθυρο αναβάθμισης γεωπολιτικού ρόλου, αλλά χωρίς επιθετική μείωση του κόστους μεταφοράς, έξυπνη ρύθμιση της αγοράς και προσεκτική διαχείριση του ρίσκου νέας εξάρτησης από τις ΗΠΑ, κινδυνεύει να μείνει μια ακριβή υποδομή με περιορισμένη αξιοποίηση.






