Υπάρχει μια στιγμή, πάντα η ίδια, που ο κόσμος δεν θυμώνει πια. Δεν γράφει κατεβατά. Δεν φωνάζει. Απλώς κοιτάει την οθόνη και λέει: «Πάλι;». Όχι επειδή ξέρει τις λεπτομέρειες. Αλλά επειδή αναγνωρίζει το μοτίβο όπως αναγνωρίζεις μια γνώριμη μυρωδιά καμένου.
Έτσι έρχεται και η υπόθεση Παναγόπουλου. Δεν έρχεται μόνη της. Έρχεται σαν συνέχεια ενός έπους που το έχουμε δει σε πολλές σεζόν: χρήμα ευρωπαϊκό και δημόσιο, προγράμματα, διαδρομές, ενδιάμεσοι, “όλα νόμιμα”, “όλα ελέγχονται”, “όλα θα φανούν”. Και μετά η πραγματικότητα εμφανίζεται με χαρτιά, σφραγίδες και δεσμεύσεις. Τότε αρχίζει το πραγματικό δράμα: όχι το δικαστικό. Το κοινωνικό. Η κούραση.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευτεί, η Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος διαβίβασε πόρισμα στην Εισαγγελία για τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, με κατεύθυνση διερεύνησης για υπεξαίρεση και νομιμοποίηση εσόδων. Έχουν επίσης αναφερθεί δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων και λογαριασμών και ότι ο έλεγχος αφορά και άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Ο ίδιος δηλώνει αθώος. Ωραία. Αυτό θα το κρίνουν οι θεσμοί. Αλλά το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν ένας άνθρωπος είναι ένοχος ή αθώος. Είναι κάτι πιο βαρύ: πώς γίνεται το ίδιο σκηνικό να στήνεται ξανά και ξανά.
Ας το πούμε όπως το ζει ο πολίτης. Δεν ζει “υπόθεση”. Ζει μια ιστορία.
Σ’ ένα γραφείο κάπου, ανοίγει ένας φάκελος. Μέσα υπάρχουν τίτλοι: κατάρτιση, ενημέρωση, υποστήριξη, προγράμματα. Φαίνονται όλα σωστά. Υπάρχουν υπογραφές. Υπάρχουν εταιρείες. Υπάρχουν τιμολόγια. Υπάρχει η λέξη “έργο”. Και πάντα υπάρχει ένας κρίκος που δεν φαίνεται: ο τρόπος με τον οποίο το χρήμα γίνεται “δουλειά” και η “δουλειά” γίνεται “παραστατικά”. Αν σε αυτό το σημείο χαθεί η καθαρή διαδρομή, το σύστημα δεν καταρρέει άμεσα. Συνεχίζει. Σαν αυτοκίνητο χωρίς φρένα που κατηφορίζει: αθόρυβο στην αρχή, τρομακτικό όταν φτάσει στον τοίχο.
Και ο τοίχος, σχεδόν πάντα, είναι ο έλεγχος. Έλεγχος καθυστερημένος. Έλεγχος που μοιάζει με πυροσβεστήρα αφού έχει καεί το σπίτι. Οπότε ο κόσμος δεν “τα έχει παίξει” επειδή δεν καταλαβαίνει. Τα έχει παίξει επειδή καταλαβαίνει υπερβολικά καλά.
Κάπου εδώ μπαίνει, αναπόφευκτα, η ηθική συγγένεια με άλλες ιστορίες που ήδη σας έχουν απασχολήσει, όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν λέμε ότι είναι το ίδιο πράγμα. Δεν λέμε ότι είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Λέμε κάτι πιο απλό: η ίδια χώρα αφήνει τα ίδια παράθυρα ανοιχτά. Και μετά κάνει έκπληξη που μπήκε κρύο.
Στην υπόθεση Παναγόπουλου, όπως έχει παρουσιαστεί, ο έλεγχος φέρεται να αφορά όχι μόνο ένα φυσικό πρόσωπο αλλά συνολικά περισσότερα, καθώς και έναν αριθμό εταιρειών που εμφανίζονται να συνδέονται με τις αναθέσεις και τη ροή του χρήματος. Αυτό, από μόνο του, δεν αποδεικνύει ενοχή κανενός. Αλλά δείχνει κάτι που είναι πολύ πιο ανησυχητικό: ότι δεν μιλάμε για ένα “μεμονωμένο λάθος”. Μιλάμε για ένα περιβάλλον όπου το χρήμα κινείται μέσα από πολλούς σταθμούς. Και όπου πολλοί σταθμοί σημαίνουν μία λέξη: απώλεια καθαρότητας.
Η κοινωνία δεν ζητάει να γίνουμε όλοι δικαστές. Ζητάει να μην αισθάνεται κορόιδο. Ζητάει να μην είναι κάθε φορά θεατής στην ίδια σκηνή: πρώτα βγαίνει το “όλα είναι σύννομα”, μετά βγαίνει το “ερευνάται”, μετά βγαίνει το “δεσμεύτηκαν”, μετά βγαίνει το “θα δούμε”. Και στο τέλος, ακόμη κι αν υπάρξει δικαστικό αποτέλεσμα, η ζημιά έχει ήδη γίνει: ο κόσμος έχει χάσει τη βεβαιότητα ότι υπάρχει ένα σύστημα που προλαβαίνει τα λάθη πριν γίνουν τίτλοι.
Αν θέλετε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς βαριές λέξεις και χωρίς στολίδια: η Ελλάδα έχει πρόβλημα ελέγχου και λογοδοσίας. Όχι επειδή δεν έχει νόμους. Έχει. Αλλά επειδή οι νόμοι λειτουργούν συχνά σαν πινακίδες “απαγορεύεται” σε δρόμους χωρίς περιπολία. Όταν δεν υπάρχει σταθερή επιτήρηση, η απαγόρευση γίνεται διακοσμητική.
Και έτσι, η υπόθεση Παναγόπουλου γίνεται κάτι περισσότερο από μια είδηση. Γίνεται σύμπτωμα. Γίνεται μέρος της μεγάλης αφήγησης για το πώς μια κοινωνία κουράστηκε να ακούει ότι “όλα έγιναν σωστά” και να βλέπει ότι, τελικά, κάτι δεν πήγε σωστά.
Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να ικανοποιηθεί η δίψα για αίμα. Το ζητούμενο είναι να μπει κανόνας που δεν αφήνει χώρο για “δημιουργικές” διαδρομές. Να υπάρχει διαδρομή χρημάτων που να φαίνεται, να ελέγχεται, να εξηγείται με μια σελίδα, όχι με είκοσι. Να μην χρειάζεται ο πολίτης να γίνει λογιστής για να πιστέψει ότι το χρήμα πήγε εκεί που έπρεπε.
Σχόλιο SBC
Δεν μας λείπουν τα προγράμματα. Μας λείπει η μνήμη. Κάθε σκάνδαλο αντιμετωπίζεται σαν μεμονωμένο. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη απάτη απ’ όλες: η ιδέα ότι “δεν έχουμε πρόβλημα συστήματος”. Έχουμε. Και μέχρι να το πούμε καθαρά, θα γράφουμε συνεχώς την ίδια ιστορία με άλλα ονόματα.







