Η Τράπεζα της Ιαπωνίας φέρεται αποφασισμένη να συνεχίσει την πορεία ομαλοποίησης της νομισματικής πολιτικής με νέα αύξηση επιτοκίων τον Απρίλιο. Η στροφή αυτή τερματίζει οριστικά την εποχή του υπερβολικά φθηνού γιεν και αναδιαμορφώνει τις ροές κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) προσανατολίζεται, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής ενδείξεις, να προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων τον Απρίλιο, συνεχίζοντας τη σταδιακή εγκατάλειψη της εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής που χαρακτήρισε τη χώρα επί δεκαετίες. Η κίνηση εντάσσεται σε μια φάση «ομαλοποίησης» μετά από χρόνια μηδενικών ή και αρνητικών επιτοκίων και επιθετικών προγραμμάτων αγοράς ομολόγων.
Από την πολιτική μηδενικού κόστους χρήματος σε σταδιακή ομαλοποίηση
Η Ιαπωνία υπήρξε για χρόνια το εργαστήριο των πιο ακραίων μέτρων νομισματικής χαλάρωσης: μηδενικά επιτόκια, έλεγχος της καμπύλης αποδόσεων (yield curve control) και μαζικές αγορές κρατικών και εταιρικών τίτλων. Στόχος ήταν η έξοδος από τον αποπληθωρισμό και η σταθεροποίηση της ανάπτυξης. Η πρόσφατη άνοδος του πληθωρισμού πάνω από τον ιστορικά χαμηλό μέσο όρο, αλλά και η ανάγκη προστασίας της νομισματικής αξιοπιστίας της BoJ, πιέζουν πλέον προς σταδιακή αυστηροποίηση.
Η προαναγγελία νέας αύξησης επιτοκίων τον Απρίλιο υποδηλώνει ότι η ιαπωνική κεντρική τράπεζα εκτιμά πως η οικονομία μπορεί να αντέξει υψηλότερο κόστος δανεισμού, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ανάκαμψη. Παράλληλα, η μετατόπιση αυτή θεωρείται κρίσιμη για να περιοριστούν οι διακυμάνσεις του γιεν, που τα προηγούμενα χρόνια είχε βρεθεί υπό ισχυρή πίεση έναντι του δολαρίου και του ευρώ, καθώς οι επενδυτές εκμεταλλεύονταν τη διαφορά επιτοκίων (carry trades).
Η BoJ βρίσκεται ωστόσο σε λεπτή ισορροπία: από τη μία πλευρά θέλει να απομακρυνθεί από το καθεστώς «μόνιμης έκτακτης ανάγκης»· από την άλλη, γνωρίζει ότι η ιαπωνική οικονομία –με γηρασμένο πληθυσμό και σχετικά υποτονική παραγωγικότητα– παραμένει ευάλωτη σε απότομη σύσφιξη των χρηματοδοτικών συνθηκών.
Διεθνείς επιπτώσεις: γιεν, ομόλογα και παγκόσμιες ροές κεφαλαίων
Η απόφαση της BoJ δεν αφορά μόνο την Ιαπωνία. Για χρόνια, τα εξαιρετικά χαμηλά ιαπωνικά επιτόκια ενθάρρυναν τους εγχώριους θεσμικούς επενδυτές –ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικά ταμεία, τράπεζες– να τοποθετούνται μαζικά σε ξένα ομόλογα, αναζητώντας αποδόσεις σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Κάθε περαιτέρω άνοδος των εγχώριων επιτοκίων αυξάνει το κίνητρο επαναπατρισμού κεφαλαίων, με πιθανές πιέσεις στις αποτιμήσεις ομολόγων σε άλλες αγορές.
Για τις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, μια πιο αποφασιστική στροφή της BoJ μπορεί να σηματοδοτήσει ισχυρότερο γιεν, περιορίζοντας τις στρατηγικές δανεισμού σε γιεν και τοποθέτησης σε νομίσματα υψηλής απόδοσης. Πρόκειται για παράγοντα που παρακολουθούν στενά τόσο τα μεγάλα funds όσο και οι κεντρικές τράπεζες, καθώς επηρεάζει τη ρευστότητα και τη μεταβλητότητα σε πολλές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.
Για την Ευρωζώνη –και χώρες όπως η Ελλάδα– οι κινήσεις της BoJ έχουν έμμεσο αλλά υπαρκτό αντίκτυπο. Ενδεχόμενη μείωση της ιαπωνικής ζήτησης για ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα, σε συνδυασμό με την ήδη περιοριστική στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μπορεί να κρατήσει τις αποδόσεις σε σχετικά υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης για κράτη και επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, ισχυρότερο γιεν θα μπορούσε να επηρεάσει τις εμπορικές ροές, κάνοντας τις ευρωπαϊκές εξαγωγές λιγότερο ανταγωνιστικές στην ιαπωνική αγορά.
Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η ιαπωνική οικονομία θα επιβεβαιώσει μια πιο «κανονική» πορεία ανάπτυξης και πληθωρισμού, που να δικαιολογεί την εγκατάλειψη της εποχής των μηδενικών επιτοκίων. Μέχρι τότε, κάθε μήνυμα από το Τόκιο θα αντιμετωπίζεται από τις αγορές ως κρίσιμο σήμα για την κατεύθυνση του παγκόσμιου κόστους χρήματος.
Σχόλιο
: Η σταδιακή αλλά επίμονη στροφή της Τράπεζας της Ιαπωνίας κλείνει ένα κεφάλαιο σχεδόν τριών δεκαετιών υπερβολικά φθηνού χρήματος και υπενθυμίζει ότι η εποχή της άφθονης ρευστότητας τελειώνει σε όλα τα μεγάλα νομίσματα. Για επενδυτές, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις –συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας– αυτό σημαίνει ότι το περιθώριο για λάθη στη διαχείριση χρέους και κινδύνου στενεύει. Σε έναν κόσμο όπου ακόμα και η πιο «υπομονετική» κεντρική τράπεζα γυρίζει σελίδα, η πειθαρχία στις δημοσιονομικές και επενδυτικές αποφάσεις δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης.






