Σε βαθιά κρίση βρίσκεται ο ιταλικός κλάδος ελαιολάδου, καθώς οι μαζικές εισαγωγές φθηνού προϊόντος από την Τυνησία πιέζουν τις τιμές σε επίπεδα κάτω του κόστους παραγωγής. Οι Ιταλοί αγρότες κάνουν λόγο για «εμφύλιο» στην αγορά και προειδοποιούν ότι η ανάκαμψη των τιμών θα είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η ιταλική αγορά ελαιολάδου βιώνει μία από τις πιο έντονες αναταράξεις των τελευταίων ετών, με τους παραγωγούς να καταγγέλλουν ότι οι εισαγωγές φθηνότερου ελαιολάδου από την Τυνησία έχουν οδηγήσει σε πραγματική κατάρρευση των τιμών. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, η Ιταλία –παραδοσιακή δύναμη στο ελαιόλαδο– στηρίζεται πλέον όλο και περισσότερο στις εισαγωγές για να καλύψει την εσωτερική ζήτηση, με βαρύ κόστος για τους εγχώριους ελαιοκαλλιεργητές.
Έκρηξη εισαγωγών και πωλήσεις κάτω του κόστους
Η αγροτική ένωση Coldiretti, η μεγαλύτερη στην Ιταλία, αναφέρει ότι οι εισαγωγές ελαιολάδου από την Τυνησία αυξήθηκαν κατά περίπου 40% σε ετήσια βάση στους πρώτους δέκα μήνες του 2025. Συνολικά, πάνω από 500.000 τόνοι ελαιολάδου εισήλθαν στην Ιταλία το 2025, ξεπερνώντας κατά πολύ την εγχώρια παραγωγή, η οποία περιορίστηκε σε περίπου 300.000 τόνους.
Η τιμή πώλησης διαμορφώνεται γύρω στα 3,50 ευρώ το κιλό, επίπεδο που –όπως υποστηρίζουν οι παραγωγοί– υποχρεώνει πολλούς από αυτούς να διαθέτουν το προϊόν κάτω από το κόστος παραγωγής, απλώς για να μη μείνει αδιάθετο. Ο αντιπρόεδρος της Coldiretti προειδοποιεί ότι οι τιμές «πολύ δύσκολα» θα ανακάμψουν, καταδεικνύοντας το βάθος της κρίσης για την ιταλική ελαιοκαλλιέργεια.
Πίεση στην ΕΕ από το αίτημα της Τυνησίας
Η προειδοποίηση συμπίπτει με την προσπάθεια της Τυνησίας να αυξήσει το αδασμολόγητο πλαφόν εξαγωγών ελαιολάδου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση στους 100.000 τόνους ετησίως. Για να υλοποιηθεί αυτό, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των κρατών-μελών, τα οποία ήδη δέχονται έντονες πιέσεις από τους αγρότες τους λόγω των αυξανόμενων εισαγωγών τροφίμων από τρίτες χώρες.
Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου τον περασμένο μήνα ανέφερε ότι το 75% των εισαγωγών ελαιολάδου στην ΕΕ προέρχεται από την Τυνησία, στοιχείο που εξηγεί γιατί το θέμα λαμβάνει πλέον σαφείς γεωοικονομικές και πολιτικές διαστάσεις. Για χώρες όπως η Ιταλία, που έχουν δει την παραγωγή τους να μειώνεται τα τελευταία χρόνια, η εξάρτηση από εισαγωγές μεταφράζεται σε χαμηλότερα εισοδήματα για τους αγρότες και αυξημένη κοινωνική ένταση.
Ποιότητα, νοθεία και εμπιστοσύνη καταναλωτών
Πέρα από την καθαρά τιμολογιακή πίεση, οι Ιταλοί ελαιοπαραγωγοί ανησυχούν και για την ποιότητα και τη διαφάνεια στην αγορά. Η απότομη άνοδος των τιμών του γνήσιου ελαιολάδου τα προηγούμενα χρόνια άνοιξε χώρο για φαινόμενα νοθείας: πολλοί καταναλωτές εξαπατήθηκαν αγοράζοντας φθηνότερα σπορέλαια με χρωστικές ουσίες που τους παρουσιάστηκαν ως ελαιόλαδο.
Σε άλλες περιπτώσεις, το προϊόν ήταν μεν ελαιόλαδο, αλλά έφερε λανθασμένη σήμανση ως «έξτρα παρθένο», χωρίς να πληροί τα απαιτούμενα ποιοτικά πρότυπα. Αυτές οι πρακτικές υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και πλήττουν δυσανάλογα τους νόμιμους παραγωγούς υψηλής ποιότητας, οι οποίοι ήδη πιέζονται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό των φθηνών εισαγωγών.
Σχόλιο
: Η ιταλική κρίση στο ελαιόλαδο λειτουργεί ως προειδοποιητικό καμπανάκι και για άλλες μεσογειακές χώρες, όπως η Ελλάδα: η υπερ-εξάρτηση της αγοράς από φθηνές εισαγωγές, σε συνδυασμό με αδύναμους ελέγχους ποιότητας και σήμανσης, μπορεί να διαβρώσει σε λίγα χρόνια έναν ολόκληρο στρατηγικό κλάδο. Η διαπραγμάτευση στην ΕΕ για τα αδασμολόγητα όρια της Τυνησίας δεν είναι τεχνικό ζήτημα εμπορίου, αλλά κρίσιμος κόμβος αγροτικής πολιτικής, βιομηχανικής στρατηγικής και προστασίας του ευρωπαϊκού αγροτικού εισοδήματος.






