Υπόθεση κατασκοπείας με κεντρικό πρόσωπο σμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, ο οποίος ομολόγησε ότι διοχέτευε άκρως απόρρητες πληροφορίες στην Κίνα, συγκλονίζει τις Ένοπλες Δυνάμεις. Οι αρχές εξετάζουν εάν επρόκειτο για μεμονωμένη δράση ή για ευρύτερο δίκτυο στο εσωτερικό των στρατιωτικών δομών.
Μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κατασκοπείας των τελευταίων ετών αντιμετωπίζουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, μετά τη σύλληψη σμήναρχου της Πολεμικής Αεροπορίας ο οποίος, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, έχει ομολογήσει ότι μετέφερε στην Κίνα άκρως απόρρητα στρατιωτικά δεδομένα. Η υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας, καθώς αφορά επιχειρησιακά σχέδια, κινήσεις μέσων και ακόμη και νατοϊκό υλικό.
Στόχος με κρίσιμη πρόσβαση και εξειδικευμένα μέσα διαρροής
Ο αξιωματικός, ηλικίας περίπου 45-50 ετών, φέρεται να υπηρετούσε ως διοικητής μονάδας της Πολεμικής Αεροπορίας στο Καβούρι και να ήταν αποσπασμένος στο Επιτελείο, σε γραφείο με αντικείμενο την Πληροφορική και τις Επικοινωνίες. Από τη συγκεκριμένη υπηρεσία διέρχονταν όλες οι κινήσεις αεροσκαφών – από ασκήσεις μέχρι άλλες διαβαθμισμένες αποστολές – γεγονός που του παρείχε πρόσβαση σε ευρύ φάσμα ευαίσθητων δεδομένων για την άμυνα, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την ανάπτυξη στρατιωτικής τεχνολογίας.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, ο σμήναρχος συγκέντρωνε συστηματικά εμπιστευτικό υλικό και το διοχέτευε στην Κίνα, χρησιμοποιώντας εξειδικευμένο, διαβαθμισμένο λογισμικό αποστολής. Οι πληροφορίες αυτές φέρεται να αφορούσαν επιχειρησιακά και νατοϊκά σχέδια, κινήσεις μέσων και προσωπικού, καθώς και συχνότητες επικοινωνίας, τις οποίες μετέδιδε ακόμη και σε «ζωντανή μετάδοση», ανάλογα με τις οδηγίες του στρατολόγου του. Όλα αυτά, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, γίνονταν έναντι χρηματικής αμοιβής.
Σήμα από ξένη μυστική υπηρεσία και επιχείρηση της ΕΥΠ
Η δράση του δεν αποκαλύφθηκε τυχαία. Οι κινήσεις του είχαν τεθεί υπό στενή παρακολούθηση από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και εξειδικευμένα στελέχη αντικατασκοπείας εδώ και μήνες, μετά από ενημέρωση που έφτασε στην Αθήνα από μυστική υπηρεσία άλλης χώρας. Καθώς διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη συγκεντρώσει «τεράστιο όγκο» διαβαθμισμένου υλικού, εκτιμήθηκε ότι επίκειται νέα διαρροή προς τους Κινέζους αποδέκτες, γεγονός που οδήγησε στην επίσπευση της επιχείρησης σύλληψης.
Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε χθες το πρωί, εντός στρατιωτικού χώρου και παρουσία εισαγγελέα, στο πλαίσιο ειδικά σχεδιασμένης επιχείρησης στην οποία συμμετείχε ενεργά η ΕΥΠ. Η εμπλοκή της κορυφαίας υπηρεσίας πληροφοριών υπογραμμίζει τη βαρύτητα της υπόθεσης, ενώ από την πρώτη στιγμή ενημερώθηκε και η κυβέρνηση, καθώς το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την αξιοπιστία της Ελλάδας έναντι συμμάχων και εταίρων.
Έλεγχος για πιθανό δίκτυο και θεσμικές προεκτάσεις
Κομβικό ερώτημα πλέον είναι εάν ο σμήναρχος δρούσε μόνος του ή ως μέρος ευρύτερου δικτύου. Πληροφορίες αναφέρουν ότι επιχειρούσε να «στρατολογήσει» και άλλα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων για λογαριασμό της Κίνας, που θεωρείται ο υπ’ αριθμόν ένα στρατηγικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Γι’ αυτό οι αρχές «ξεσκονίζουν» το υπηρεσιακό και προσωπικό του περιβάλλον, τις επαφές και τις επικοινωνίες του, αναζητώντας τυχόν συνεργούς ή επιρροές σε κρίσιμες θέσεις.
Το ΓΕΕΘΑ, με επίσημη ανακοίνωσή του, ανέφερε ότι η σύλληψη έγινε «κατόπιν σαφών ενδείξεων τέλεσης αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, δηλαδή συλλογής και μετάδοσης μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο την πρόκληση βλάβης στα εθνικά συμφέροντα». Οι πράξεις που έχουν ομολογηθεί θεωρούνται κακουργηματικές και αναμένεται να ακολουθηθούν όλες οι προβλεπόμενες στρατιωτικές και ποινικές διαδικασίες.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει δύο κρίσιμες αδυναμίες: την ανεπαρκή θωράκιση κρίσιμων συστημάτων πληροφορικής των Ενόπλων Δυνάμεων και την έλλειψη συστηματικής αντικατασκοπικής κουλτούρας στο εσωτερικό τους. Πέρα από την ποινική διάσταση, το πραγματικό διακύβευμα είναι εάν θα υπάρξει βαθιά θεσμική αναθεώρηση των πρωτοκόλλων πρόσβασης, ελέγχου και εποπτείας σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, ώστε να περιοριστεί δραστικά ο «ανθρώπινος παράγοντας» ως κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια.






