Παρά τις πρόσφατες βροχές, τα αποθέματα νερού στους ταμιευτήρες της Αττικής παραμένουν ανησυχητικά χαμηλά, αναδεικνύοντας τη μόνιμη πλέον διάσταση της κρίσης νερού. Η ΕΥΔΑΠ απαντά με επενδυτικό πρόγραμμα 2,5 δισ. ευρώ και αναπροσαρμογή τιμολογίων, επιχειρώντας να θωρακίσει την υδροδότηση του λεκανοπεδίου.
Οι βροχοπτώσεις των τελευταίων εβδομάδων έδωσαν προσωρινή ανάσα στο υδροδοτικό σύστημα της Αττικής, χωρίς όμως να ανατρέπουν την εικόνα μιας εδραιωμένης κρίσης νερού. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, τα αποθέματα στους ταμιευτήρες που τροφοδοτούν το λεκανοπέδιο ανέρχονται σήμερα σε περίπου 560 εκατ. κυβικά μέτρα, όταν πριν από έναν χρόνο ήταν 667 εκατ. κυβικά και πριν από δύο χρόνια ξεπερνούσαν τα 900 εκατ. κυβικά.
Η πτωτική αυτή πορεία, που καταγράφεται συστηματικά από το 1985, δεν είναι μια συγκυριακή απόκλιση, αλλά αντανάκλαση της κλιματικής κρίσης, η οποία στη Μεσόγειο μεταφράζεται ολοένα και περισσότερο σε κρίση νερού και λειψυδρίας. Για την Αττική, όπου συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας, το πρόβλημα αποκτά διαστάσεις στρατηγικού κινδύνου.
Σταθερή κατανάλωση, μειωμένες εισροές
Όπως επισημαίνουν παράγοντες της ΕΥΔΑΠ, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σταθερή ή και μειούμενη κατανάλωση –περίπου 1 εκατ. κυβικά μέτρα ημερησίως– αλλά ταυτόχρονα έντονη πτώση στις εισροές των ταμιευτήρων, λόγω χαμηλότερων βροχοπτώσεων και παρατεταμένων περιόδων ανομβρίας. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή διάβρωση του «μαξιλαριού ασφαλείας» στα αποθέματα, η οποία περιορίζει τα περιθώρια διαχείρισης σε περιόδους ξηρασίας.
Η πίεση μεταφέρεται ευθέως στην Πολιτεία και στην ΕΥΔΑΠ, που φέρουν την ευθύνη όχι μόνο της επάρκειας αλλά και της ποιότητας του πόσιμου νερού. Ωστόσο, η εταιρεία υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση της λειψυδρίας δεν μπορεί να περιοριστεί σε αποσπασματικές αντιδράσεις ή σε επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις. Απαιτείται συντονισμένη στρατηγική, επενδύσεις και ενεργός συμμετοχή πολιτών, τοπικής αυτοδιοίκησης και επιχειρήσεων.
Το επενδυτικό πρόγραμμα 2,5 δισ. ευρώ και η τιμολογιακή στροφή
Στον πυρήνα της απάντησης της ΕΥΔΑΠ βρίσκεται ένα εκτεταμένο, ανταποδοτικό επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 2,5 δισ. ευρώ. Το σχέδιο περιλαμβάνει αντικατάσταση παλαιών αγωγών, μείωση διαρροών, ψηφιακή παρακολούθηση των δικτύων, ενεργειακή αναβάθμιση εγκαταστάσεων, ενίσχυση της ανθεκτικότητας του υδροδοτικού συστήματος, εφαρμογή καινοτόμων τεχνολογιών εξοικονόμησης, καθώς και επαναχρησιμοποίηση νερού όπου επιτρέπεται.
Πρόκειται για επενδύσεις που, όπως σημειώνουν στελέχη της εταιρείας, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν με έσοδα που παραμένουν στάσιμα επί 17 χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη αναπροσαρμογή των τιμολογίων παρουσιάζεται ως «μονόδρομος», με την ΕΥΔΑΠ να τονίζει ότι κάθε ευρώ που καταβάλλει ο πολίτης κατευθύνεται σε έργα που διασφαλίζουν την επάρκεια και την ασφάλεια του νερού.
Η εταιρεία υποστηρίζει επιπλέον ότι, ακόμη και μετά τις αυξήσεις, τα τιμολόγια της παραμένουν από τα χαμηλότερα μεταξύ μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, επιχείρημα που αξιοποιείται για να στηριχθεί η θέση ότι η αναπροσαρμογή ήταν ταυτόχρονα αναγκαία και δίκαιη.
Κρίση νερού ως μόνιμη πρόκληση πολιτικής
Το βασικό μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι το νερό της Αττικής δεν είναι ούτε ανεξάντλητο ούτε δεδομένο. Η διασφάλισή του αναδεικνύεται σε συλλογική ευθύνη, που αφορά το κράτος, τους θεσμούς, την τοπική αυτοδιοίκηση, τις επιχειρήσεις και τους ίδιους τους πολίτες. Η έγκαιρη δράση σήμερα, με επενδύσεις και αλλαγή συμπεριφορών, προβάλλεται ως η μόνη ρεαλιστική επιλογή για να αποφευχθούν πολύ σοβαρότερες κρίσεις στο μέλλον.
Σχόλιο
: Η λειψυδρία στην Αττική παύει να είναι «έκτακτο φαινόμενο» και μετατρέπεται σε δομικό ρίσκο για την οικονομία και την κοινωνική συνοχή. Το στοίχημα για την ΕΥΔΑΠ και την Πολιτεία δεν είναι μόνο να υλοποιήσουν εγκαίρως το επενδυτικό πρόγραμμα, αλλά να πείσουν τους πολίτες ότι η τιμολογιακή πολιτική συνδέεται με μετρήσιμα έργα και διαφάνεια· διαφορετικά, η αναγκαία προσαρμογή κινδυνεύει να εκληφθεί ως ακόμη ένα «κρυφό χαράτσι».






