Η μετακόμιση της πρώην πρωθυπουργού Τζασίντα Άρντερν στην Αυστραλία φωτίζει τη χρόνια «διαρροή εγκεφάλων» από τη Νέα Ζηλανδία. Το φαινόμενο συνδέεται με μισθολογικές διαφορές, κόστος ζωής και δομικές αδυναμίες της οικονομίας.
Η απόφαση της πρώην πρωθυπουργού της Νέας Ζηλανδίας, Τζασίντα Άρντερν, να εγκατασταθεί στην Αυστραλία προστίθεται σε ένα μακρύ ιστορικό φυγής καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού από τη χώρα προς τον μεγαλύτερο γείτονά της. Παρότι η ίδια δεν είναι τυπικό οικονομικό «θύμα» του φαινομένου, η κίνηση έχει ισχυρό συμβολισμό για μια κοινωνία που εδώ και δεκαετίες αγωνίζεται να συγκρατήσει ταλέντο, νέους επαγγελματίες και μεσαία τάξη.
Η οικονομική γεωγραφία πίσω από τη μετακίνηση
Η σχέση Αυστραλίας–Νέας Ζηλανδίας παραδοσιακά διευκολύνει την κινητικότητα εργαζομένων, με απλουστευμένες διαδικασίες εγκατάστασης και εργασίας. Αυτό όμως έχει και κόστος για το Ουέλινγκτον: η διαφορά μισθών, οι μεγαλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες και οι πιο ανεπτυγμένες αγορές στην Αυστραλία λειτουργούν ως μαγνήτης για γιατρούς, μηχανικούς, ακαδημαϊκούς αλλά και πολιτικά στελέχη.
Για τη Νέα Ζηλανδία, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αγροτοδιατροφικό τομέα, τουρισμό και υπηρεσίες, η απώλεια εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού σημαίνει χαμηλότερη παραγωγικότητα, πίεση σε κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση) και δυσκολία στην ανάπτυξη κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το γεγονός ότι ακόμη και μια εμβληματική πολιτική προσωπικότητα επιλέγει να δραστηριοποιηθεί από την Αυστραλία ενισχύει τη συζήτηση για το κατά πόσο η χώρα προσφέρει αρκετά κίνητρα παραμονής στην κορυφή της πυραμίδας ταλέντου.
Στο υπόβαθρο βρίσκονται οι διαφορές στο μέγεθος και στη δομή των δύο οικονομιών: η Αυστραλία διαθέτει μεγαλύτερη εσωτερική αγορά, διαφοροποιημένη βιομηχανική βάση, ισχυρό χρηματοπιστωτικό κέντρο και σημαντικότερο ρόλο στις διεθνείς αγορές πρώτων υλών. Η Νέα Ζηλανδία, αντίθετα, παραμένει μικρή, ανοικτή οικονομία με μεγαλύτερη εξάρτηση από λίγους τομείς και ευαλωτότητα σε εξωτερικά σοκ.
Πολιτικές συνέπειες και διεθνή διδάγματα
Για την εσωτερική πολιτική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας, η επιλογή της Τζασίντα Άρντερν τροφοδοτεί συζήτηση για την «κόπωση» του πολιτικού προσωπικού και για τα όρια που επιβάλλει η έντονη δημόσια έκθεση σε μια μικρή χώρα. Σε πρακτικό επίπεδο, όμως, το μεγαλύτερο ζήτημα είναι πώς η κυβέρνηση θα συγκρατήσει το κύμα φυγής νέων επαγγελματιών, ιδίως σε περιόδους υψηλού κόστους στέγασης και πιεσμένων πραγματικών εισοδημάτων.
Η περίπτωση της Νέας Ζηλανδίας έχει ενδιαφέρον και για χώρες όπως η Ελλάδα, που επίσης βίωσαν έντονη «διαρροή εγκεφάλων» την τελευταία δεκαετία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η αναβάθμιση των μισθών δεν αρκεί από μόνη της: κρίσιμο ρόλο παίζουν το κόστος ζωής, η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, οι ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης, αλλά και η πολιτική και θεσμική σταθερότητα.
Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, το παράδειγμα Άρντερν λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ακόμη και οι ισχυροί θεσμοί και η διεθνής εικόνα μιας χώρας δεν είναι αρκετά για να αντισταθμίσουν τις οικονομικές ανισορροπίες στην περιφερειακή τους γειτονιά. Όταν η διαφορά ευκαιριών και αποδοχών με το «μεγάλο κέντρο» γίνεται πολύ μεγάλη, η ψήφος με τα πόδια –ή με το αεροπορικό εισιτήριο– γίνεται κανόνας.
Το ερώτημα για τη Νέα Ζηλανδία είναι αν θα μπορέσει να μετατρέψει αυτή τη συζήτηση σε ολοκληρωμένη στρατηγική προσέλκυσης και επαναπατρισμού ταλέντων, ή αν η «brain drain» προς την Αυστραλία θα συνεχίσει να θεωρείται σχεδόν φυσικός νόμος της περιοχής.
Σχόλιο
: Η επιλογή της Τζασίντα Άρντερν ενισχύει το αφήγημα ότι ακόμη και χώρες με υψηλή θεσμική ποιότητα δεν είναι άτρωτες στην «έλξη» μεγαλύτερων οικονομιών. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: αν δεν υπάρξει σταθερή σύγκλιση μισθών, μείωση κόστους ζωής και πραγματικές προοπτικές καριέρας, ο κίνδυνος ενός νέου κύματος φυγής –ιδίως των πιο καταρτισμένων– παραμένει υπαρκτός, ανεξάρτητα από το πόσο θετικές είναι οι μακροοικονομικές επιδόσεις.






