Έρευνα των ουγγρικών μυστικών υπηρεσιών αποκαλύπτει σοβαρές δηλητηριάσεις εργαζομένων σε εργοστάσιο μπαταριών της Samsung στο Γκοντ, με τις αρχές να επιτρέπουν τη συνέχιση της λειτουργίας του παρά τον αναγνωρισμένο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η υπόθεση φωτίζει το αμφιλεγόμενο μοντέλο ανάπτυξης της κυβέρνησης Όρμπαν, που θυσιάζει περιβάλλον και εργασιακή ασφάλεια στον βωμό της προσέλκυσης επενδύσεων.
Ένα από τα μεγαλύτερα έργα ξένων επενδύσεων της Ουγγαρίας, το εργοστάσιο παραγωγής μπαταριών της Samsung στο Γκοντ, βρίσκεται στο επίκεντρο σφοδρών επικρίσεων μετά τη δημοσιοποίηση έκθεσης των ουγγρικών μυστικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον ειδησεογραφικό ιστότοπο Telex, η έκθεση του 2023 καταγράφει εκτεταμένες δηλητηριάσεις εργαζομένων από τοξικές και καρκινογόνες χημικές ουσίες, σε βαθμό πολύ σοβαρότερο από ό,τι έχει αναγνωριστεί επισήμως.
Εσωτερικές μετρήσεις, σοβαρές δηλητηριάσεις και καταγγελίες συγκάλυψης
Το εργοστάσιο, 25 χιλιόμετρα βόρεια της Βουδαπέστης, φέρεται να εξέθεσε «πολλούς εργαζόμενους» σε επικίνδυνες ουσίες, με τις εσωτερικές μετρήσεις της εταιρείας να εμφανίζουν «πολύ πιο ανησυχητικά» αποτελέσματα από αυτά που δηλώθηκαν στις αρμόδιες αρχές επαγγελματικής υγείας και ασφάλειας. Ο Telex, επικαλούμενος την έκθεση των μυστικών υπηρεσιών, αναφέρει ότι η Samsung «δεν έκανε σχεδόν τίποτα» για να ανακόψει τις δηλητηριάσεις και «επιχείρησε σκόπιμα να τις συγκαλύψει».
Παρά το γεγονός ότι η ίδια η κυβέρνηση αξιολόγησε το 2023 πως η μονάδα συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, δεν διέταξε το κλείσιμό της. Αντίθετα, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, παρείχε στην εταιρεία περίοδο χάριτος για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, επιλογή που δείχνει προτεραιοποίηση της επενδυτικής εικόνας έναντι της προστασίας εργαζομένων και κατοίκων.
Η στρατηγική Όρμπαν για τις μπαταρίες και το πολιτικό ρίσκο
Η Ουγγαρία, υπό τον Βίκτορ Όρμπαν, έχει επιδιώξει να μετατραπεί σε παγκόσμιο κόμβο παραγωγής μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων, προσφέροντας γενναίες φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις σε ασιατικούς ομίλους. Η επένδυση της Samsung το 2017 ήταν από τις πρώτες εμβληματικές κινήσεις αυτής της στρατηγικής. Ωστόσο, η βραδύτερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων έχει πλήξει τη βιομηχανική απόδοση της χώρας και, σύμφωνα με αναλυτές, έχει συμβάλει στην οικονομική στασιμότητα.
Ταυτόχρονα, η κοινωνική αποδοχή των εργοστασίων μπαταριών υποχωρεί. Η κοινή γνώμη στρέφεται όλο και περισσότερο κατά αυτών των εγκαταστάσεων, λόγω των καταγγελιών για κινδύνους στην υγεία, ρύπανση και επιβάρυνση των τοπικών κοινοτήτων. Η υπόθεση της Samsung στο Γκοντ ενισχύει την εντύπωση ότι το κράτος λειτουργεί περισσότερο ως προστάτης των επενδυτών παρά ως εγγυητής της δημόσιας υγείας.
Σύγκρουση επενδυτικής εικόνας και κράτους δικαίου
Η κυβερνητική επιλογή να διατηρήσει σε λειτουργία μια εγκατάσταση που έχει χαρακτηριστεί επισήμως επικίνδυνη, προκειμένου να μην σταλεί «λάθος μήνυμα» σε άλλους επενδυτές, αναδεικνύει το δομικό δίλημμα του ουγγρικού μοντέλου ανάπτυξης: γρήγορη προσέλκυση ξένων κεφαλαίων με αντάλλαγμα χαλαρό πλαίσιο ελέγχων. Η απουσία άμεσης αντίδρασης τόσο της κυβέρνησης όσο και της ουγγρικής θυγατρικής της Samsung στα ερωτήματα διεθνών μέσων εντείνει τις υποψίες περί έλλειψης διαφάνειας.
Για τις ευρωπαϊκές αρχές, η υπόθεση θέτει και ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσο τα κίνητρα για στρατηγικές επενδύσεις –ιδίως σε κλάδους όπως οι μπαταρίες, κρίσιμους για την πράσινη μετάβαση– μπορούν να συμβαδίζουν με αυστηρά πρότυπα περιβαλλοντικής και εργασιακής προστασίας.
Σχόλιο
: Η Ουγγαρία προσφέρει ένα διδακτικό –και ανησυχητικό– παράδειγμα του πώς η επιθετική πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων μπορεί να εκτραπεί σε «ρυθμιστικό ντάμπινγκ», υπονομεύοντας την κοινωνική νομιμοποίηση της βιομηχανικής στρατηγικής και, τελικά, την ίδια την επενδυτική σταθερότητα.






