Ο Βλαντίμιρ Μεντίνσκι, πρώην υπουργός Πολιτισμού και στενός συνεργάτης του Βλαντίμιρ Πούτιν, επιστρέφει στην ηγεσία της ρωσικής αντιπροσωπείας στις αμερικανο-διαμεσολαβημένες συνομιλίες Γενεύης με την Ουκρανία. Η πορεία του αποκαλύπτει πώς η Μόσχα εργαλειοποιεί την Ιστορία ως όπλο στον πόλεμο και στη διπλωματία.
Η επιλογή του 55χρονου Βλαντίμιρ Μεντίνσκι να ηγηθεί εκ νέου της ρωσικής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες της Γενεύης για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς αρχιτέκτονες της εθνικιστικής ιδεολογικής αφήγησης του Κρεμλίνου, ο οποίος έχει μετατρέψει την Ιστορία σε κεντρικό εργαλείο νομιμοποίησης της εισβολής.
Από φοιτητής δημοσιογραφίας σε ιδεολόγο του Κρεμλίνου
Γεννημένος στην Ουκρανία, στην πόλη Σμίλα της περιφέρειας Τσερκάσι, γιος απόστρατου συνταγματάρχη που πολέμησε στην Τσεχοσλοβακία και στο Αφγανιστάν, ο Μεντίνσκι απέτυχε να μπει σε στρατιωτική σχολή λόγω προβλημάτων όρασης και στράφηκε στη δημοσιογραφία. Σπούδασε στο φημισμένο Κρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας (MGIMO), διατηρώντας έντονο ενδιαφέρον για τη ρωσική – και ιδίως τη στρατιωτική – ιστορία.
Παρά τη συμμετοχή του στην κομμουνιστική νεολαία, βρέθηκε το 1991 ανάμεσα στους διαδηλωτές που υπερασπίστηκαν το «Λευκό Οίκο» της Μόσχας απέναντι στο πραξικόπημα των σκληροπυρηνικών, λίγο πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά την αποφοίτησή του, ίδρυσε μαζί με συμφοιτητές εταιρεία επικοινωνίας, η οποία προσέλκυσε σημαντικούς πελάτες από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο και τη βιομηχανία καπνού.
Με την άνοδο του Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Μεντίνσκι εισήλθε στην πολιτική και έγινε ευρύτερα γνωστός μέσω της τριλογίας «Μύθοι για τη Ρωσία», όπου επιχειρεί να «αποδομήσει» όσα θεωρεί δυσφημιστικά στερεότυπα της Δύσης για τη ρωσική ιστορία. Η διδακτορική του διατριβή στη μεσαιωνική ιστορία, με κεντρικό επιχείρημα τη μεροληψία των δυτικών ιστορικών κατά της Ρωσίας, έχει κατηγορηθεί από ακαδημαϊκούς για λογοκλοπή, χωρίς αυτό να ανακόψει την πολιτική του πορεία.
Ο υπουργός Πολιτισμού που μετέτρεψε την Ιστορία σε πεδίο μάχης
Η τοποθέτησή του ως υπουργού Πολιτισμού το 2012 σηματοδότησε την πλήρη υιοθέτηση από το κράτος του αναθεωρητικού του σχεδίου. Σύμφωνα με την ιστορικό Μαρία Φαλίνα, από το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, ο Μεντίνσκι αξιοποίησε τον κινηματογράφο, το θέατρο, τις εκθέσεις και κάθε μορφή πολιτιστικής παραγωγής για να προωθήσει μια ενιαία, υπερπατριωτική αφήγηση: μια ισχυρή και διαχρονικά ενωμένη ρωσική κρατική οντότητα, από τη μεσαιωνική Ρως έως τη Σοβιετική Ένωση.
Παράλληλα, ως επικεφαλής της κρατικά υποστηριζόμενης Ρωσικής Στρατιωτικής Ιστορικής Εταιρείας, οργάνωνε κατασκηνώσεις για εφήβους με επίκεντρο τη δόξα των ρωσικών στρατιωτικών θριάμβων. Η σύγκρουσή του με τα Κρατικά Αρχεία, όταν αποχαρακτηρισμένη έρευνα αμφισβήτησε τον μύθο των «28 φρουρών του Πανφίλοφ» του 1941, είναι ενδεικτική: απαίτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του επικεφαλής των Αρχείων, δηλώνοντας ότι ακόμη κι αν η ιστορία δεν είναι ακριβής, αποτελεί «ιερό θρύλο που κανείς δεν πρέπει να αγγίξει».
Τα σχολικά βιβλία ως εργαλείο νομιμοποίησης του πολέμου
Η κορύφωση της επιρροής του ήρθε με το νέο ενιαίο σχολικό βιβλίο Ιστορίας που διανεμήθηκε το 2023 σε όλα τα ρωσικά λύκεια, αλλά και σε κατεχόμενες περιοχές της Ουκρανίας. Ο Μεντίνσκι είναι ένας από τους βασικούς συγγραφείς του. Το βιβλίο έχει επικριθεί ως βαθιά αναθεωρητικό: εξωραΐζει τον ρόλο του Στάλιν και παρουσιάζει τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας ως συνέχεια της μάχης της Μόσχας εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας και των συνεργατών της.
Η Φαλίνα επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με χώρες που χρησιμοποιούν την Ιστορία για συμφιλίωση, το Κρεμλίνο, με αιχμή τον Μεντίνσκι, επιδιώκει την επιβολή μιας και μόνης επίσημης αφήγησης, «σβήνοντας» κάθε διχαστικό στοιχείο. Έτσι, η Ιστορία γίνεται μέσο κοινωνικής συνοχής, αλλά και ιδεολογικό όπλο προς το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Τι σημαίνει η παρουσία του στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης
Ο Μεντίνσκι είχε ηγηθεί και των πρώτων γύρων συνομιλιών μετά τη ρωσική εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022, σε Λευκορωσία και Κωνσταντινούπολη, που τελικά κατέρρευσαν, οδηγώντας σε σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου. Ουκρανοί διαπραγματευτές τον κατηγορούν ότι χρησιμοποιεί το τραπέζι των συνομιλιών για μακροσκελείς ιδεολογικές διαλέξεις περί της ιστορικής «ενότητας» Ρωσίας-Ουκρανίας και της σύγκρουσης με τη Δύση.
Όπως σημειώνει η Φαλίνα, όταν η ρωσική αντιπροσωπεία ηγείται από πολιτικό-ιδεολόγο όπως ο Μεντίνσκι, το μήνυμα είναι ότι η Μόσχα θέλει να συζητήσει «παγκόσμια ισορροπία ισχύος, σεβασμό της Ρωσίας ως ξεχωριστού πολιτισμικού πόλου και αποδοχή των αξιών της». Αντίθετα, όταν επικεφαλής είναι στρατιωτικοί ή υπηρεσίες ασφαλείας, το βάρος πέφτει σε τεχνικά ζητήματα ασφάλειας και εδαφικών ρυθμίσεων. Η επιστροφή λοιπόν του Μεντίνσκι στη Γενεύη υποδηλώνει ότι το Κρεμλίνο βλέπει τις συνομιλίες όχι μόνο ως διαπραγμάτευση για τον πόλεμο, αλλά και ως σκηνή για την επιβολή της δικής του ιστορικής και ιδεολογικής αφήγησης.
Σχόλιο
: Η ανάδειξη ενός ιστορικού-προπαγανδιστή σε κεντρικό διαπραγματευτή δείχνει ότι για το Κρεμλίνο η έκβαση του πολέμου δεν θα κριθεί μόνο στο πεδίο, αλλά και στην πάλη για τον έλεγχο της μνήμης και της αφήγησης· κι αυτό περιορίζει εκ των πραγμάτων τα περιθώρια ενός πραγματιστικού συμβιβασμού.






