Σε μια αναδρομή δύο δεκαετιών, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας αποτυπώνει τι κέρδισε και τι πλήρωσε η Ελλάδα από την ένταξή της στο ευρώ, με αφορμή την είσοδο της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη. Παράλληλα περιγράφει τις προϋποθέσεις για μια ανθεκτική νομισματική ένωση και τονίζει ότι το έργο θωράκισης του ευρώ δεν έχει ολοκληρωθεί.
Με αφορμή την ένταξη της Βουλγαρίας στη ζώνη του ευρώ, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας παρουσίασε μια συμπυκνωμένη αποτίμηση της ελληνικής εμπειρίας από την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Ανέδειξε τόσο τα σημαντικά οφέλη που αποκόμισε η ελληνική οικονομία όσο και τα λάθη πολιτικής που οδήγησαν στη διπλή –δημοσιονομική και τραπεζική– κρίση μια δεκαετία μετά την είσοδο στο ευρώ.
Τα πέντε βασικά διδάγματα από την ελληνική κρίση
Ο Στουρνάρας συνοψίζει την εμπειρία της Ελλάδας σε πέντε κεντρικά διδάγματα για κάθε χώρα που προσχωρεί σε νομισματική ένωση. Πρώτον, υπογραμμίζει ότι η ένταξη στο ευρώ δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην επίτευξη ονομαστικών κριτηρίων σύγκλισης. Απαιτείται ισορροπημένος συνδυασμός υγιούς δημοσιονομικής πολιτικής και βαθιών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τον ανταγωνισμό, τη διακυβέρνηση και τη θεσμική επάρκεια. Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, τονίζει, είναι εξίσου κρίσιμη με το κόστος εργασίας.
Δεύτερον, η στενή διασύνδεση τραπεζών και Δημοσίου μπορεί να γίνει εκρηκτική, όταν οι δημοσιονομικές ανισορροπίες συναντούν ένα υπερδιογκωμένο τραπεζικό σύστημα. Τρίτον, το κόστος μιας τραπεζικής κρίσης είναι «τεράστιο», με επιπτώσεις που υπερβαίνουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα και αγγίζουν την κοινωνική συνοχή και την πραγματική οικονομία.
Τέταρτον, η αυστηρή εποπτεία, η διαφάνεια και η ισχυρή εταιρική διακυβέρνηση αποτελούν προϋπόθεση για τη σταθερότητα. Ο ίδιος υπενθυμίζει τη φράση πρώην προέδρου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού: «τράπεζες με καλή διαχείριση κινδύνων και διακυβέρνηση δεν πτωχεύουν». Πέμπτον, απαιτείται στιβαρό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων και αποτελεσματικός μηχανισμός εξυγίανσης, ώστε να αποτρέπεται η μετάδοση των κραδασμών στο σύνολο του συστήματος.
Από την «παράλογη ευφορία» στη βαθιά κρίση και την ανάκαμψη
Ο διοικητής της ΤτΕ περιγράφει πώς τα πρώτα χρόνια του ευρώ (2000-2007) συνοδεύτηκαν από ισχυρή ανάπτυξη, χαμηλό πληθωρισμό, πτώση της ανεργίας και άνοδο του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα. Η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου, η μείωση του κόστους συναλλαγών και η πρόσβαση σε βαθιές αγορές κεφαλαίου ενίσχυσαν εμπόριο, τουρισμό και επενδύσεις.
Ωστόσο, η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από «παράλογη ευφορία» στις αγορές: τα spreads των ελληνικών 10ετών ομολόγων έναντι των γερμανικών σχεδόν μηδενίστηκαν, επιτρέποντας υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική υπό την επίδραση του εκλογικού κύκλου και αυξήσεις μισθών πολύ πάνω από την παραγωγικότητα. Το αποτέλεσμα ήταν δίδυμα ελλείμματα –δημοσιονομικό και τρεχουσών συναλλαγών– της τάξης του 15% του ΑΕΠ το καθένα, επιδεινωμένα από χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, όπως εκτεταμένη φοροδιαφυγή και μη βιώσιμο ασφαλιστικό.
Η απώλεια πρόσβασης στις αγορές οδήγησε σε προσφυγή σε επίσημη χρηματοδοτική στήριξη, βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή και βαθιά ύφεση. Το τραπεζικό σύστημα αναδιαρθρώθηκε ριζικά: από σχεδόν είκοσι τράπεζες, η αγορά συγκεντρώθηκε σε τέσσερις συστημικές, με εκτεταμένες ανακεφαλαιοποιήσεις και εκκαθαρίσεις. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κρίση ανέδειξε τις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής του ευρώ και επιτάχυνε τη δημιουργία της Τραπεζικής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του μακροπροληπτικού πλαισίου.
Μια πιο ανθεκτική Ευρωζώνη και ο ρόλος της Βουλγαρίας
Σήμερα, σύμφωνα με τον Στουρνάρα, η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται γρήγορα, ο τραπεζικός τομέας εμφανίζει υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα, και τα δάνεια που χορηγήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης αποπληρώνονται, συχνά πρόωρα. Η συμμετοχή στο ευρώ, αφού θεραπεύθηκαν οι βασικές αδυναμίες και διασφαλίστηκε η αναχρηματοδότηση του χρέους, λειτουργεί πλέον ως παράγοντας σταθερότητας.
Ο διοικητής της ΤτΕ θεωρεί ότι η νομισματική ένωση στην οποία εισέρχεται τώρα η Βουλγαρία είναι σαφώς ισχυρότερη από εκείνη του 2001. Επισημαίνει, όμως, ότι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, ιδίως μέσω ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος εγγύησης καταθέσεων, και η δημιουργία Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων παραμένουν εκκρεμείς. Η έκδοση κοινού ασφαλούς ευρωπαϊκού τίτλου, αξιοποιώντας την εμπειρία του NextGenerationEU, θα μπορούσε, κατά τον ίδιο, να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ, να περιορίσει τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό και να στηρίξει τη μακροχρόνια ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Καταλήγοντας, σημειώνει ότι η Ελλάδα ωφελήθηκε σημαντικά από τη συμμετοχή της στο ευρώ, αλλά και η ίδια η Ευρωζώνη ενισχύθηκε μέσα από τις κρίσεις, με την ένταξη της Βουλγαρίας να ανεβάζει τα μέλη σε 21 και να καθιστά, όπως λέει, «μεγαλύτερη και ακόμη ισχυρότερη» τη νομισματική ένωση.
Σχόλιο
: Η ομιλία Στουρνάρα λειτουργεί ταυτόχρονα ως αυτοκριτική για τα ελληνικά λάθη της πρώτης δεκαετίας του ευρώ και ως πολιτικο-τεχνοκρατικός «οδηγός χρήσης» για τους νέους εισερχόμενους. Το μήνυμα είναι σαφές: το κοινό νόμισμα δεν υποκαθιστά τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις μεταρρυθμίσεις και την εποπτεία – τις καθιστά πιο επιτακτικές, γιατί το περιθώριο λάθους σε μια νομισματική ένωση είναι ελάχιστο.
#ΤράπεζαΤηςΕλλάδος #Στουρνάρας #Ευρώ #Ευρωζώνη #ΤραπεζικήΈνωση






