Η Τράπεζα Κύπρου μετατρέπει το βάρος των ανακτηθέντων ακινήτων σε πηγή κερδοφορίας και κεφαλαιακής ενίσχυσης. Η Διεύθυνση Διαχείρισης Ακινήτων εξελίσσεται σε κρίσιμο αναπτυξιακό βραχίονα.
Η Τράπεζα Κύπρου αναδεικνύει τη διαχείριση ακινήτων σε στρατηγικό εργαλείο εξυγίανσης και κερδοφορίας, αξιοποιώντας επιθετικά το χαρτοφυλάκιο των ανακτηθέντων ακινήτων από «κόκκινα» δάνεια. Μέσω συστηματικών αγοραπωλησιών και ανταλλαγών χρέους με ακίνητα, η τράπεζα έχει καταφέρει να μειώσει σημαντικά την έκθεσή της, ενώ παράλληλα δημιουργεί υπεραξίες.
Μείωση χαρτοφυλακίου και κεφαλαιακή ανάσα
Από τις αρχές του 2019, μέσω συμφωνιών ανταλλαγής χρέους με ακίνητα, περιήλθαν στον όμιλο ακίνητα αξίας περίπου 0,5 δισ. ευρώ, ενώ οι πωλήσεις ανακτηθέντων ακινήτων στο ίδιο διάστημα ανήλθαν σε περίπου 1,4 δισ. ευρώ. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025, η τράπεζα διαχειριζόταν ανακτηθέντα και λοιπά ακίνητα λογιστικής αξίας 377 εκατ. ευρώ, έναντι 660 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024, δηλαδή μείωση κατά 43% σε ετήσια βάση.
Η καθαρή απομείωση περιορίστηκε στα 28 εκατ. ευρώ, ενώ η συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου έχει άμεσο θετικό αποτύπωμα στα εποπτικά κεφάλαια, καθώς τα ανακτηθέντα ακίνητα σταθμίζονται με συντελεστή 100%. Ήδη από τον Ιούνιο 2025, η Τράπεζα Κύπρου είχε επιτύχει τον στόχο της για μείωση του σχετικού χαρτοφυλακίου σε περίπου 0,5 δισ. ευρώ έως τα τέλη του 2025, αποδεικνύοντας ότι το πλάνο αποεπένδυσης τρέχει ταχύτερα του προγραμματισμένου.
Σύνθεση ακινήτων και «ξεφόρτωμα» γηπέδων γκολφ
Σε επίπεδο λογιστικής αξίας, τη μερίδα του λέοντος κατέχουν οικόπεδα και αγροτεμάχια, με 224 εκατ. ευρώ. Ακολουθούν γραφεία και λοιπά εμπορικά ακίνητα με 58 εκατ. ευρώ. Η πιο θεαματική μείωση, ωστόσο, προήλθε από τα γήπεδα γκολφ και τα συναφή ακίνητα: από 149 εκατ. ευρώ το 2024, η λογιστική τους αξία έχει περιοριστεί σε μόλις 31 εκατ. ευρώ, ένδειξη επιθετικής πολιτικής αποεπένδυσης από περιουσιακά στοιχεία με υψηλό κεφαλαιακό κόστος και περιορισμένη απόδοση.
Κατά τη χρήση 2025, η τράπεζα πούλησε ακίνητα λογιστικής αξίας 264 εκατ. ευρώ, έναντι 175 εκατ. ευρώ το 2024. Πρόκειται κυρίως για ανακτηθέντα ακίνητα, γεγονός που εξηγεί την εκτίναξη των κερδών από πωλήσεις στα 12 εκατ. ευρώ, από μόλις 1 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Επιπλέον, το 2025 υπεγράφησαν αγοραπωλησίες για 382 ακίνητα, με τιμή συμβολαίου 290 εκατ. ευρώ, σημαντικά υψηλότερη από τα 194 εκατ. ευρώ του 2024, παρότι τότε ο αριθμός των ακινήτων (486) ήταν μεγαλύτερος.
Αγοραπωλησίες, ουρά συναλλαγών και νέες αναλήψεις
Η Διεύθυνση Διαχείρισης Ακινήτων διατηρεί και «ουρά» συναλλαγών: βρίσκεται σε προχωρημένες διαδικασίες για πωλήσεις ύψους 18 εκατ. ευρώ (τιμή συμβολαίου) στο τέλος του 2025, εκ των οποίων τα μισά αντιστοιχούν ήδη σε υπογεγραμμένες αγοραπωλητήριες συμφωνίες. Αν και το αντίστοιχο μέγεθος ήταν υψηλότερο το 2024 (42 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 24 εκατ. ευρώ με υπογεγραμμένες συμφωνίες), η εικόνα δείχνει ότι η αγορά απορροφά σταθερά το στοκ ακινήτων της τράπεζας.
Την ίδια στιγμή, οι νέες αναλήψεις ακινήτων μέσω ανταλλαγών χρέους και ανακτήσεων περιορίστηκαν δραστικά: μόλις 10 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 30 εκατ. ευρώ το 2024. Αυτό σημαίνει ότι η «δεξαμενή» των προβληματικών δανείων που καταλήγουν σε ακίνητα μικραίνει, επιτρέποντας στην Τράπεζα Κύπρου να επικεντρωθεί στην εμπορική αξιοποίηση και όχι απλώς στην απορρόφηση νέων περιουσιακών στοιχείων.
Σχόλιο
: Η Τράπεζα Κύπρου δείχνει πώς ένα βαρίδι –το στοκ ακινήτων από «κόκκινα» δάνεια– μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό δημιουργίας αξίας και ενίσχυσης κεφαλαίων. Η στοχευμένη αποεπένδυση από κεφαλαιοβόρα assets (όπως τα γήπεδα γκολφ), η αύξηση των τιμών συμβολαίων και η μείωση των νέων αναλήψεων ακινήτων αποτυπώνουν ώριμη διαχείριση ισολογισμού, με σαφή προσανατολισμό στη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού και στην απελευθέρωση κεφαλαιακών πόρων για πιο παραγωγικές χρήσεις.






