Η ομολογία 54χρονου σμήναρχου ότι μετέδιδε επί 18 μήνες απόρρητες πληροφορίες στην Κίνα ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για πιθανό ευρύτερο δίκτυο κατασκοπείας μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ήδη ερευνώνται δύο απόστρατοι αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας και άλλα πρόσωπα με πρόσβαση σε ευαίσθητα συστήματα.
Η υπόθεση του 54χρονου σμήναρχου της Πολεμικής Αεροπορίας, ο οποίος έχει ομολογήσει ότι διενεργούσε κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, αποκτά νέα διάσταση, καθώς οι αρχές εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο ύπαρξης οργανωμένου δικτύου. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται δύο απόστρατοι αξιωματικοί με προσβάσεις σε κινεζικούς κύκλους, ενώ δεν αποκλείεται η εμπλοκή και άλλων προσώπων.
Ο ρόλος του σμήναρχου και οι διαρροές προς το Πεκίνο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της πολύμηνης έρευνας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο διοικητής της 128 Σμηναρχίας στο Καβούρι, μη ιπτάμενος αλλά υπεύθυνος για τα πληροφοριακά και τεχνολογικά συστήματα, φέρεται να διοχέτευε για τουλάχιστον 18 μήνες στο Πεκίνο απόρρητες και διαβαθμισμένες πληροφορίες. Στο υλικό περιλαμβάνονταν, κατά τις ίδιες πληροφορίες, δεδομένα υψίστης εθνικής σημασίας, ακόμη και για ΝΑΤΟϊκές αποστολές.
Ο σμήναρχος, με εξειδικευμένες γνώσεις στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, φέρεται να στρατολογήθηκε αρχικά σε συνέδριο του ΝΑΤΟ, όπου ήρθε σε επαφή με τον σύνδεσμό του από την κινεζική πλευρά. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε και διαδικτυακή εφαρμογή που είχε εγκατεστημένη στο κινητό του, μέσω της οποίας –σύμφωνα με τις πληροφορίες– έγινε η προσέγγιση και η σταδιακή στρατολόγησή του.
Μετά τη σύλληψή του, ο αξιωματικός τέθηκε σε διαθεσιμότητα και βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες που φθάνουν έως τα ισόβια, καθώς και με την πιθανότητα αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας. Έχει οδηγηθεί ενώπιον της προϊσταμένης της Εισαγγελίας του Αεροδικείου και έλαβε προθεσμία για να απολογηθεί το πρωί της Τρίτης.
Έρευνα για απόστρατους και πιθανό ευρύτερο δίκτυο
Παράλληλα με την ποινική διερεύνηση του βασικού κατηγορούμενου, οι αρχές κινούνται σε δεύτερο επίπεδο, αναζητώντας ενδεχόμενους συνεργούς. Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, δύο απόστρατοι αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας εξετάζονται για το αν στρατολογήθηκαν από τον 54χρονο και αν λειτούργησαν ως δίαυλοι πρόσθετων πληροφοριών προς την Κίνα.
Η έρευνα βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, ωστόσο εξετάζεται συστηματικά κάθε επαφή και κάθε μετακίνηση του σμήναρχου, με ιδιαίτερη έμφαση σε ταξίδι που πραγματοποίησε πριν από μερικούς μήνες στην Κίνα. Εκεί εκτιμάται ότι ενδέχεται να συναντήθηκε εκ του σύνεγγυς με τον σύνδεσμό του στο Πεκίνο, με τον οποίο βρισκόταν σε τακτική επικοινωνία για τη μεταβίβαση των διαβαθμισμένων δεδομένων.
Η μέθοδος προσέγγισης μέσω ψηφιακών εφαρμογών και η εκμετάλλευση αξιωματικών με εξειδίκευση στα πληροφοριακά συστήματα ανησυχούν τις ελληνικές αρχές, καθώς αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο να έχουν στοχοποιηθεί και άλλα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Δεν αποκλείεται, συνεπώς, η υπόθεση να εξελιχθεί σε ευρύτερη άσκηση «αντοχής» των μηχανισμών αντικατασκοπείας, με ελέγχους σε κρίσιμες δομές διοίκησης και επικοινωνιών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση δεν έχει μόνο ποινική διάσταση, αλλά και σαφές θεσμικό αποτύπωμα: αναδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερα πρωτόκολλα ασφαλείας, περιορισμούς στη χρήση προσωπικών συσκευών σε ευαίσθητες θέσεις και συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού απέναντι σε σύγχρονες τεχνικές στρατολόγησης από ξένες υπηρεσίες.
Σχόλιο
: Η υπόθεση του σμήναρχου λειτουργεί ως καμπανάκι για την εθνική ασφάλεια: σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι το υπέρτατο «όπλο», η ψηφιακή διείσδυση σε κρίσιμες στρατιωτικές δομές μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από τα κλασικά μέσα κατασκοπείας, απαιτώντας ριζική αναθεώρηση των πρωτοκόλλων ασφαλείας και της κουλτούρας προστασίας δεδομένων.






