Η σύλληψη 54χρονου σμηνάρχου για διαρροή στρατιωτικών μυστικών προς την Κίνα αποκαλύπτει ένα ευρύτερο δίκτυο επαφών, με κεντρικό πρόσωπο έναν Κινέζο «άνθρωπο‑σκιά». Οι αρχές ερευνούν διαδρομές χρημάτων, κρυπτογραφημένες επικοινωνίες και πιθανή εμπλοκή δύο απόστρατων αξιωματικών με προσβάσεις στο Πεκίνο.
Η υπόθεση κατασκοπείας στην Πολεμική Αεροπορία, με κεντρικό πρόσωπο έναν 54χρονο σμήναρχο, λαμβάνει πλέον διαστάσεις οργανωμένου δικτύου με διεθνείς προεκτάσεις. Ο αξιωματικός κατηγορείται ότι διέρρεε στρατιωτικά μυστικά προς την Κίνα και κρατείται στο Αεροδικείο Καρέα, όπου την Τρίτη θα απολογηθεί ενώπιον στρατιωτικού εισαγγελέα.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το ΕΡΤnews, πίσω από τον σμήναρχο φέρεται να κινεί τα νήματα ένας Κινέζος χειριστής, ο αποκαλούμενος «άνθρωπος‑σκιά», ηλικίας περίπου 40‑45 ετών, ο οποίος εμφανίστηκε ως επιχειρηματίας και φέρεται να στρατολόγησε τον Έλληνα αξιωματικό.
Η στρατολόγηση στο Πεκίνο και οι μυστικές συναντήσεις
Η αρχική επαφή έγινε στα τέλη του 2024, όταν ο σμήναρχος ταξίδεψε στο Πεκίνο για να παρακολουθήσει σεμινάριο ξένων γλωσσών. Εκεί, σύμφωνα με την έρευνα της ΕΥΠ, γνώρισε τον Κινέζο πράκτορα. Οι δύο άνδρες είχαν σχεδόν καθημερινή επαφή κατά τη διάρκεια της παραμονής του αξιωματικού στην Κίνα, με τον «επιχειρηματία» να κερδίζει σταδιακά την εμπιστοσύνη του και να ζητά απόρρητα έγγραφα της υπηρεσίας του.
Καθοριστική θεωρείται και συνάντηση στην Αθήνα το 2025. Ο «άνθρωπος‑σκιά» βρισκόταν τότε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα για συνέδριο και έκανε ολιγόωρη ενδιάμεση στάση στην ελληνική πρωτεύουσα, όπου και συναντήθηκε με τον σμήναρχο. Οι αρχές ερευνούν εάν σε αυτή τη συνάντηση παραδόθηκαν απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει ακόμη αποδειχθεί.
Σε μία από τις επαφές στο Πεκίνο, ο Κινέζος φέρεται να παρέδωσε στον σμήναρχο ένα «κρυφό» κινητό τηλέφωνο Samsung, εξοπλισμένο με κρυπτογραφημένες εφαρμογές επικοινωνίας. Το συγκεκριμένο τηλέφωνο αποδείχθηκε κρίσιμο εύρημα, καθώς σε αυτό εντοπίστηκαν φωτογραφίες στρατιωτικών εγγράφων και αναλυτικά ίχνη οικονομικών συναλλαγών.
Τα εμβάσματα, τα κρυπτονομίσματα και οι νέοι ύποπτοι
Οι πληρωμές προς τον κατηγορούμενο φέρονται να πραγματοποιούνταν μέσω κρυπτογραφημένης εφαρμογής στο κινητό, με εμβάσματα σε ευρώ, δολάρια και κρυπτονομίσματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, καταγράφηκαν μηνιαίες και τριμηνιαίες πληρωμές από 5.000 έως 15.000 ευρώ, ανάλογα με τη διαβάθμιση των εγγράφων που διακινούνταν. Το εύρος και η συχνότητα των συναλλαγών καταδεικνύουν, κατά τις αρχές, μια συστηματική σχέση και όχι μεμονωμένα περιστατικά.
Παράλληλα, οι υπηρεσίες ασφαλείας και η Διεύθυνση Κυβερνοασφάλειας του ΓΕΕΘΑ έχουν «κλειδώσει» το προφίλ του «ανθρώπου‑σκιά», ενώ υπό άκρα μυστικότητα διερευνάται το πλήρες δίκτυο επαφών του στην Ελλάδα. Στο στόχαστρο βρίσκονται και δύο απόστρατοι αξιωματικοί, οι οποίοι φέρονται να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας με την Κίνα και αντίστοιχους «συνδέσμους». Για τον έναν από αυτούς αναφέρεται ότι έχει σχέση εργασίας με την κινεζική αεροπορία.
Ο σμήναρχος κατηγορείται για συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στα εθνικά συμφέροντα. Στρατιωτικές πηγές επισημαίνουν ότι η έρευνα επικεντρώνεται στο υλικό που έχει ήδη αποσταλεί, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι άκρως απόρρητα στοιχεία επιπέδου Συμμαχίας δεν ανήκαν στη διαχειριστική του αρμοδιότητα.
Σχόλιο
: Η υπόθεση αναδεικνύει την ευαλωτότητα κρίσιμων δομών σε στοχευμένη ανθρώπινη στρατολόγηση, συνδυασμένη με σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία πληρωμών και κρυπτογραφημένης επικοινωνίας. Για την Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι μόνο ποινικό, αλλά στρατηγικό: επιβάλλεται αναθεώρηση πρωτοκόλλων ασφαλείας, αυστηρότερος έλεγχος πρόσβασης σε πληροφορίες και συνεχής ανίχνευση οικονομικών και ψηφιακών ιχνών που μπορεί να υποδηλώνουν εσωτερικές διαρροές.






