Σε μια από τις μεγαλύτερες κινήσεις νομικού συμβιβασμού στην ιστορία της χημικής βιομηχανίας, η Bayer φέρεται έτοιμη να καταβάλει 10,5 δισ. δολάρια για να κλείσει υφιστάμενες και μελλοντικές αγωγές που συνδέονται με το ζιζανιοκτόνο Roundup. Ο γερμανικός όμιλος επιχειρεί έτσι να περιορίσει τον πολυετή νομικό και χρηματιστηριακό κλυδωνισμό που προκάλεσε η εξαγορά της Monsanto.
Η Bayer προετοιμάζει κίνηση συμβιβασμού συνολικού ύψους 10,5 δισ. δολαρίων, με στόχο να κλείσει το μέτωπο των αγωγών για καρκινογενέσεις που αποδίδονται στο ζιζανιοκτόνο Roundup, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg. Ο συμβιβασμός στοχεύει τόσο στις υποθέσεις που ήδη βρίσκονται στα αμερικανικά δικαστήρια, όσο και σε μελλοντικές αξιώσεις για τις επόμενες δύο δεκαετίες.
Η αρχιτεκτονική του συμβιβασμού
Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί μια πρόταση συλλογικής αγωγής ύψους 7,5 δισ. δολαρίων για υποθέσεις που έχουν κατατεθεί σε πολιτειακά δικαστήρια του Μιζούρι. Η συγκεκριμένη πρόταση καλύπτει όχι μόνο τις ήδη ασκηθείσες αγωγές, αλλά και δυνητικές αξιώσεις που ενδέχεται να εγερθούν μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, κάτι που δείχνει την προσπάθεια της Bayer να «κλειδώσει» οριστικά τον νομικό κίνδυνο γύρω από το Roundup.
Παράλληλα, ο όμιλος φέρεται έτοιμος να ανακοινώσει επιπλέον 3 δισ. δολάρια σε επιμέρους συμβιβασμούς για εκκρεμείς υποθέσεις στις ΗΠΑ. Σε αυτές, πρώην χρήστες του Roundup υποστηρίζουν ότι η έκθεσή τους στο προϊόν προκάλεσε λέμφωμα Non Hodgkin, μια σοβαρή μορφή καρκίνου του λεμφικού συστήματος.
Το βαρύ αποτύπωμα της εξαγοράς Monsanto
Οι νομικές περιπέτειες γύρω από το Roundup συνοδεύουν τη Bayer από το 2018, όταν εξαγόρασε τη Monsanto έναντι 66 δισ. δολαρίων, κληρονομώντας ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο αγωγών. Έκτοτε, ο όμιλος έχει καταβάλει ήδη πάνω από 10 δισ. δολάρια σε αποζημιώσεις και εξωδικαστικούς συμβιβασμούς που σχετίζονται με το ζιζανιοκτόνο και τη δραστική του ουσία, τη γλυφοσάτη.
Παρά τις πληρωμές αυτές, η Bayer εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περίπου 67.000 εκκρεμείς αγωγές στις ΗΠΑ. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η μακροχρόνια έκθεσή τους στη γλυφοσάτη προκάλεσε την εμφάνιση καρκίνου, ενώ η εταιρεία επιμένει ότι το προϊόν είναι ασφαλές, επικαλούμενη τα πορίσματα του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, σύμφωνα με τα οποία το Roundup δεν θεωρείται καρκινογόνο.
Επιχειρηματικός κίνδυνος και μήνυμα προς την αγορά
Η υπόθεση Roundup έχει εξελιχθεί σε κλασικό παράδειγμα του πώς ένας λανθασμένος υπολογισμός νομικού και ρυθμιστικού κινδύνου μπορεί να «σκιάσει» μια στρατηγική εξαγορά. Το διαρκές κύμα αγωγών ασκεί πολυετή πίεση στη μετοχή της Bayer, περιορίζοντας την ικανότητά της να κεφαλαιοποιήσει πλήρως τις συνέργειες από την ενσωμάτωση της Monsanto.
Εάν ο νέος συμβιβασμός οριστικοποιηθεί, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο καμπής για τον όμιλο, μειώνοντας την αβεβαιότητα και προσφέροντας μεγαλύτερη ορατότητα στους επενδυτές. Ωστόσο, το τίμημα είναι βαρύ: τα συνολικά ποσά που έχει ήδη καταβάλει και σχεδιάζει να καταβάλει η Bayer για το Roundup διαμορφώνουν έναν λογαριασμό δεκάδων δισ. δολαρίων, ο οποίος αναδεικνύει το κόστος της κληρονομημένης νομικής ευθύνης.
Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση επιστημονικών αξιολογήσεων και δικαστικών αποφάσεων γύρω από τη γλυφοσάτη τροφοδοτεί μια ευρύτερη συζήτηση για τα όρια της εταιρικής ευθύνης, τον ρόλο των ρυθμιστικών αρχών και την προστασία της δημόσιας υγείας σε έναν κλάδο όπου η τεχνολογία προηγείται συχνά της ρύθμισης.
Σχόλιο
: Η κίνηση της Bayer δείχνει ότι, ακόμη και όταν μια εταιρεία κερδίζει τη μάχη των ρυθμιστικών γνωμοδοτήσεων, μπορεί να χάσει τον πόλεμο της κοινωνικής αποδοχής και των δικαστηρίων· το Roundup εξελίσσεται σε προειδοποιητικό παράδειγμα για κάθε μεγάλη εξαγορά με «κρυμμένο» νομικό ρίσκο.






