Η Intesa Sanpaolo ξεκινά κάλυψη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ποντάροντας σε επιταχυνόμενη πιστωτική ανάπτυξη, διατηρήσιμα επιτοκιακά περιθώρια και υψηλές αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων. Υπολογίζει επιστροφές έως 16,5 δισ. ευρώ προς τους μετόχους την περίοδο 2025-2028, με τις αποτιμήσεις να παραμένουν σε έκπτωση έναντι της Νότιας Ευρώπης.
Η ιταλική Intesa Sanpaolo εγκαινιάζει κάλυψη για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες, σε μια συγκυρία όπου ο κλάδος εμφανίζει σταθεροποιημένη κερδοφορία, καθαρούς ισολογισμούς και αυξανόμενη δυνατότητα επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους. Ο οίκος θεωρεί ότι το περιβάλλον θυμίζει πλέον τις ώριμες αγορές της Νότιας Ευρώπης και βλέπει σημαντικό περιθώριο περαιτέρω δημιουργίας αξίας.
Συστάσεις, τιμές-στόχοι και επενδυτική ιεράρχηση
Η Intesa Sanpaolo τοποθετεί και τις τρεις από τις τέσσερις τράπεζες σε σύσταση «αγορά», με εξαίρεση την Εθνική Τράπεζα όπου διατηρεί ουδέτερη στάση λόγω περιορισμένου περιθωρίου ανόδου της μετοχής.
Για την Τράπεζα Πειραιώς δίνει τιμή-στόχο τα 10,6 ευρώ, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου 22%. Η θετική άποψη εδράζεται σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και ελκυστικό προφίλ ανταμοιβής μετόχων. Για τη Eurobank η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 4,9 ευρώ, με ανοδικό περιθώριο 17%, καθώς η ενσωμάτωση πρόσφατων εξαγορών –ιδίως στην Κύπρο και στον ασφαλιστικό κλάδο– αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την κερδοφορία.
Στην Alpha Bank αποδίδεται επίσης σύσταση «αγορά», με τιμή-στόχο τα 4,7 ευρώ και περιθώριο ανόδου 16%, στη βάση του συνδυασμού ισχυρής δυναμικής κερδών και προοπτικής αυξημένων διανομών. Για την Εθνική Τράπεζα, η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 15,4 ευρώ, με οριακό περιθώριο ανόδου 1,2%, παρά το ιδιαίτερα ισχυρό κεφαλαιακό απόθεμα, γεγονός που οδηγεί σε πιο ουδέτερη σύσταση.
Μακροοικονομικό υπόβαθρο και δομή αγοράς
Μετά από πάνω από μία δεκαετία απομόχλευσης και δραστικής μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει, σύμφωνα με την Intesa, «γυρίσει σελίδα». Η σταθερή ανάπτυξη του ΑΕΠ, η πτώση της ανεργίας, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας δημιουργούν ευνοϊκό πλαίσιο για επανεκκίνηση της πιστωτικής επέκτασης.
Ο οίκος εκτιμά ότι τα δάνεια θα αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό 5%-7% την περίοδο 2025-2028. Την ίδια στιγμή, η αγορά παραμένει έντονα συγκεντρωμένη, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να ελέγχουν πάνω από το 95% των στοιχείων ενεργητικού, των καταθέσεων και των καθαρών χορηγήσεων. Αυτή η ολιγοπωλιακή δομή, σε συνδυασμό με πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων και υψηλά επιτόκια νέων δανείων σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, επιτρέπει τη διατήρηση ισχυρών καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων.
Κερδοφορία, αποτιμήσεις και επιστροφές κεφαλαίου
Η Intesa Sanpaolo προβλέπει ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 14% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή περίπου 9,6% έως το 2028. Η κερδοφορία δεν στηρίζεται μόνο στα καθαρά επιτοκιακά έσοδα, αλλά και στην ενίσχυση των προμηθειών από διαχείριση περιουσίας, ασφαλιστικές εργασίες και στοχευμένες εξαγορές, ιδίως στην Κύπρο.
Σε επίπεδο κεφαλαίου, μετά τα stress tests και τη σταδιακή αποκλιμάκωση των απαιτήσεων Πυλώνα 2, οι τράπεζες αποκτούν μεγαλύτερη ευελιξία στις διανομές. Ο οίκος υπολογίζει ότι την περίοδο 2025-2028 μπορούν να επιστραφούν στους μετόχους έως 16,5 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 34% της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας του κλάδου. Οι επιστροφές αναμένεται να γίνουν τόσο μέσω μερισμάτων όσο και μέσω επαναγορών ιδίων μετοχών, ενισχυόμενες από τη μείωση της εξάρτησης από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις.
Παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων ετών, οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών. Με βάση τις εκτιμήσεις για το 2027, ο μέσος δείκτης P/E κινείται στις 9,4 φορές και ο δείκτης τιμής προς ενσώματη λογιστική αξία γύρω στο 1,25, επίπεδα που συνεπάγονται έκπτωση 14%-15% έναντι τραπεζών σε Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία με παρόμοιες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων.
Σχόλιο
: Η ανάλυση της Intesa επιβεβαιώνει ότι το ελληνικό banking story έχει πλέον μετατοπιστεί από τη διάσωση στη διανομή κεφαλαίου: η πρόκληση της επόμενης διετίας δεν είναι η περαιτέρω rerating των αποτιμήσεων, αλλά η συνεπής μετατροπή της ισχυρής κερδοφορίας σε προβλέψιμες, γενναίες αποδόσεις για τους μετόχους.






