Ισχυρό σήμα επέκτασης στέλνει η ελληνική μεταποίηση στις αρχές του 2026, με τον δείκτη PMI της S&P Global να ανεβαίνει στις 54,2 μονάδες τον Ιανουάριο. Η άνοδος στηρίζεται σε παραγωγή, νέες παραγγελίες και απασχόληση, αλλά σκιάζεται από αναζωπύρωση κόστους και προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Ο ελληνικός μεταποιητικός κλάδος μπήκε στο 2026 με σαφώς θετική δυναμική, σύμφωνα με τα στοιχεία του Δείκτη Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) της S&P Global. Ο εποχικά προσαρμοσμένος δείκτης ανήλθε τον Ιανουάριο στις 54,2 μονάδες από 52,9 τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφοντας την ισχυρότερη βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών από τον Αύγουστο και επίπεδο σημαντικά υψηλότερο της ιστορικής του τάσης.
Ισχυρή ζήτηση, άνοδος παραγωγής και απασχόλησης
Η συνολική εικόνα δείχνει κλάδο σε φάση επέκτασης. Η παραγωγή αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων πέντε μηνών, εξέλιξη που συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης των πελατών και ενίσχυση των νέων παραγγελιών. Οι νέες εργασίες αυξήθηκαν με τον εντονότερο ρυθμό από τον Αύγουστο, με τις επιχειρήσεις να καταγράφουν τόσο ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση όσο και ήπια βελτίωση των εξαγωγών, κυρίως προς ευρωπαϊκές αγορές.
Η θετική αυτή δυναμική μεταφράζεται και στην αγορά εργασίας. Τα επίπεδα απασχόλησης αυξάνονται αδιάλειπτα από τον Δεκέμβριο του 2024, με τον Ιανουάριο να καταγράφει ακόμη μία –έστω ηπιότερη– άνοδο. Η ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας επέτρεψε στις επιχειρήσεις να μειώσουν περαιτέρω τις αδιεκπεραίωτες εργασίες, αν και ο ρυθμός συρρίκνωσης ήταν οριακός, υποδηλώνοντας ότι η ζήτηση παραμένει απαιτητική.
Πληθωριστικές πιέσεις από κόστη και εφοδιαστική αλυσίδα
Πίσω από τη θετική εικόνα, ωστόσο, συσσωρεύονται πιέσεις στο κόστος. Οι λειτουργικές δαπάνες των μεταποιητικών επιχειρήσεων αυξήθηκαν αισθητά, με τον ρυθμό ανόδου να επιταχύνεται για δεύτερο συνεχόμενο μήνα και να φθάνει στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2025. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα αποδίδουν την άνοδο κυρίως στις υψηλότερες τιμές μετάλλων και στις αυξημένες χρεώσεις μεταφοράς.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι δυσλειτουργίες στην αλυσίδα εφοδιασμού. Οι διαμαρτυρίες των αγροτών και οι αποκλεισμοί εθνικών οδών, σε συνδυασμό με διεθνείς αναταράξεις, οδήγησαν σε σημαντική επιμήκυνση των χρόνων παράδοσης εισροών. Η απόδοση των προμηθευτών επιδεινώθηκε στον μεγαλύτερο βαθμό από τον Αύγουστο του 2024, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις να αντλήσουν από τα αποθέματά τους. Τα αποθέματα προμηθειών μειώθηκαν για πρώτη φορά μετά από τέσσερις μήνες, παρά την έντονη και συνεχιζόμενη αγοραστική δραστηριότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεταποιητικές εταιρείες κατόρθωσαν να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους πελάτες, αξιοποιώντας τις ισχυρές συνθήκες ζήτησης. Οι τιμές πώλησης αυξήθηκαν με τον ταχύτερο ρυθμό από τον Αύγουστο, σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της έρευνας. Όπως επισημαίνει η επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global Market Intelligence, Siân Jones, η τελευταία ανάλυση της εταιρείας προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% και το 2026, αν και εκτιμάται ότι θα περιοριστεί γύρω στο 2,4%.
Ισχυρή επιχειρηματική εμπιστοσύνη αλλά αυξημένοι κίνδυνοι
Παρά τις πιέσεις, το κλίμα στον κλάδο παραμένει ξεκάθαρα αισιόδοξο. Τα επίπεδα επιχειρηματικής εμπιστοσύνης για την παραγωγή τους επόμενους 12 μήνες είναι τα υψηλότερα από τον Μάρτιο του 2025 και υπερβαίνουν τον μέσο όρο της έρευνας. Οι εταιρείες προσβλέπουν σε αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας, σε ανάπτυξη και κυκλοφορία νέων προϊόντων, αλλά και σε συνέχιση της ανόδου των νέων παραγγελιών.
Ωστόσο, το μίγμα ισχυρής ζήτησης και αναζωπύρωσης κόστους συνθέτει ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη συνυπάρχει με επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, δοκιμάζοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Σχόλιο
: Η άνοδος του PMI επιβεβαιώνει ότι η μεταποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός μοχλός ανάπτυξης το 2026, αλλά η σύγκλιση με την Ευρώπη θα κριθεί από την ικανότητα της οικονομικής πολιτικής να περιορίσει τις στρεβλώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και να αποτρέψει τη μονιμοποίηση των πληθωριστικών πιέσεων που ροκανίζουν τα περιθώρια κέρδους και την ανταγωνιστικότητα.





