Η ερωτική ή ρομαντική έλξη προς τον θεραπευτή δεν είναι ούτε σπάνια ούτε τυχαία. Πίσω της κρύβεται ο μηχανισμός της μεταβίβασης, αλλά και σοβαρά ηθικά διλήμματα για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Η σκέψη «έχω ερωτευτεί τον θεραπευτή μου» μοιάζει ταμπού, ωστόσο, όπως περιγράφεται σε εκτενές ρεπορτάζ του Guardian, πρόκειται για φαινόμενο πολύ πιο συχνό και δομικό στην ψυχοθεραπεία απ’ όσο παραδέχονται οι περισσότεροι. Η αφορμή δίνεται από μια ρομαντική πλοκή σε σειρά του Netflix, αλλά οι μαρτυρίες πραγματικών θεραπευόμενων αποκαλύπτουν πόσο έντονα και βασανιστικά μπορεί να βιωθεί αυτή η έλξη.
Τι είναι η ερωτική μεταβίβαση
Η ψυχοθεραπεύτρια Charlotte Fox Weber εξηγεί ότι η ψυχανάλυση «σχεδόν επιμένει» στη μεταβίβαση: ο ασθενής προβάλλει στον θεραπευτή παλιά συναισθήματα, ανάγκες και φαντασιώσεις. Αυτές μπορεί να είναι μητρικές, πατρικές, επιθετικές, αλλά και ερωτικές. Η σχέση με τον θεραπευτή –ένας άνθρωπος που ακούει προσεκτικά, δείχνει αμέριστη προσοχή και ενσυναίσθηση– ευνοεί την εξιδανίκευση. Όπως σημειώνει η σεξουαλική και σχέσεων ψυχοθεραπεύτρια Sally Openshaw, «πολλοί άνθρωποι ερωτεύονται τον θεραπευτή τους, γιατί να μην το κάνουν;».
Μαρτυρίες ασθενών δείχνουν πώς η αίσθηση ασφάλειας και κατανόησης μπορεί να μετατραπεί σε εμμονική ή και καθαρά ερωτική έλξη: σκέψεις, φαντασιώσεις, προσμονή των συνεδριών, αίσθημα κενού όταν αυτές τελειώνουν. Συχνά οι ίδιοι νιώθουν ντροπή και ενοχή, θεωρώντας ότι πρόκειται για «συναισθηματική απιστία» ή ότι οι επιθυμίες τους είναι ανάρμοστες.
Σιωπή, ντροπή και χαμένη θεραπευτική ύλη
Κοινός παρονομαστής στις μαρτυρίες είναι η δυσκολία να ειπωθούν αυτά τα συναισθήματα είτε στον θεραπευτή είτε στον/στη σύντροφο. Ο φόβος ότι θα καταστραφεί η θεραπευτική σχέση ή θα πληγωθεί ο/η σύζυγος οδηγεί πολλούς στο να τα κρατούν κρυφά, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην επιθυμία και στη ντροπή. Η Openshaw προειδοποιεί ότι όταν ο ασθενής δεν μπορεί να μιλήσει για την ερωτική μεταβίβαση, «το υλικό που χρειάζεται να δουλευτεί στη θεραπεία μένει απ’ έξω», ενώ η απομόνωση ενισχύει τη φαντασίωση και την αυτοενοχοποίηση.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η ερωτική μεταβίβαση είναι «βασιλικός δρόμος» προς παλαιότερα τραύματα και ανεκπλήρωτες αναπτυξιακές ανάγκες και σπάνια αφορά πραγματικά την σεξουαλική πράξη. Νευροβιολογικά, το βίωμα του πόθου είναι απολύτως αληθινό, αλλά η ερμηνεία «θέλω να κάνω σεξ με τον θεραπευτή» συχνά είναι λανθασμένη απόδοση νοήματος.
Όταν ο θεραπευτής ξεπερνά τα όρια
Στον αντίποδα βρίσκεται η αντιμεταβίβαση, δηλαδή τα συναισθήματα του θεραπευτή προς τον ασθενή. Η σύγχρονη προσέγγιση τα βλέπει ως αναπόφευκτα και δυνητικά χρήσιμα, εφόσον αναγνωρίζονται και επεξεργάζονται. Όταν όμως αγνοούνται ή καταπιέζονται, αυξάνεται ο κίνδυνος να «παιχτούν» στην πράξη, με καταστροφικές συνέπειες.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση θεραπεύτριας που ξεκίνησε ερωτική σχέση με πρώην ασθενή της. Αρχικά εκείνη ένιωσε «απόλυτα αγαπημένη και ασφαλής», όμως η σχέση κατέρρευσε, ο επαγγελματίας έχασε προσωρινά την άδειά του και η ασθενής περιγράφει ότι η ζωή της διαλύθηκε: επαγγελματική κατάρρευση, διακοπή σπουδών, μακρόχρονη ανικανότητα για εργασία. Το βασικό της συμπέρασμα: η ανισορροπία ισχύος δεν εξαφανίζεται, ακόμη κι αν η θεραπεία έχει τυπικά λήξει.
Ηθικά πλαίσια και ανάγκη εκπαίδευσης
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως επισημαίνεται, η ψυχοθεραπεία δεν ρυθμίζεται αυστηρά από το κράτος, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές ποιος έχει επαρκή εκπαίδευση. Επαγγελματικές ενώσεις, όπως η British Association for Counselling and Psychotherapy, απαγορεύουν ρητά σεξουαλικές ή ρομαντικές σχέσεις με τρέχοντες πελάτες και προβλέπουν κυρώσεις. Ωστόσο, η Openshaw τονίζει ότι η ερωτική μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση παραμένουν «τελείως αποφεύγονται» σε πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα, αφήνοντας θεραπευτές απροετοίμαστους.
Η ίδια υποστηρίζει ότι η ανοιχτή αναγνώριση και επεξεργασία αυτών των συναισθημάτων είναι η μόνη πραγματική προστασία τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους επαγγελματίες. Η Fox Weber προσθέτει ότι τα συναισθήματα είναι έγκυρα, αλλά όχι απαραίτητα τελικά: «Τα ένιωσα έντονα, αλλά μεταμορφώθηκαν σε κάτι άλλο – και είμαι ευγνώμων που δεν ενέδωσα».
Σχόλιο
: Η συζήτηση για την ερωτική μεταβίβαση δείχνει πόσο ανώριμη παραμένει η δημόσια κουλτούρα γύρω από την ψυχική υγεία: οι περισσότεροι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τη θεραπεία ως «υπηρεσία» και όχι ως σύνθετη ανθρώπινη σχέση με ασύμμετρη ισχύ. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ψυχοθεραπευτική αγορά έχει εκραγεί χωρίς ενιαία ρύθμιση, η βρετανική εμπειρία είναι καμπανάκι: ηθικοί κώδικες, υποχρεωτική εποπτεία και σοβαρή εκπαίδευση στη διαχείριση μεταβίβασης/αντιμεταβίβασης δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση προστασίας των πιο ευάλωτων.






