Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή, η αγορά σιτηρών αποκαλύπτει εντυπωσιακά κέρδη για λίγους και βαριές απώλειες για παραγωγούς και φτωχές χώρες. Νέα στοιχεία δείχνουν πόσο λίγο έλειψε πραγματικά από την παγκόσμια αγορά και πόσο πολύ «φούσκωσαν» οι τιμές.
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η συζήτηση για τις επιπτώσεις του δεν αφορά μόνο γεωπολιτική και ασφάλεια, αλλά και το πώς λειτουργούν οι παγκόσμιες αγορές τροφίμων. Ο συνδυασμός πανδημίας και πολέμου επανέφερε βίαια στην ατζέντα την έννοια της διατροφικής ασφάλειας, αποκαλύπτοντας πόσο ευάλωτο είναι το σύστημα σε σοκ, αλλά και σε χρηματιστηριακή κερδοσκοπία.
Πόλεμος, διατροφική ασφάλεια και πραγματικές ελλείψεις
Ήδη με την COVID-19, η παράλυση τμημάτων της εφοδιαστικής αλυσίδας και ο φόβος αποθεματοποίησης προκάλεσαν στρεβλώσεις στις αγορές τροφίμων και τις πρώτες πληθωριστικές πιέσεις. Ο πόλεμος μεταξύ δύο βασικών προμηθευτών της παγκόσμιας αγοράς σιτηρών και ελαιούχων σπόρων επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση.
Η Ουκρανία, πριν την εισβολή, ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής ηλιελαίου, δεύτερος σε ελαιοκράμβη, τρίτος σε ξηρούς καρπούς (με έμφαση στα καρύδια), τέταρτος σε καλαμπόκι, βρώμη και μέλι και πέμπτος παγκόσμιος εξαγωγέας σιταριού. Μεγάλο μέρος των εξαγωγών Ρωσίας και Ουκρανίας κατευθυνόταν –μέσω εμπορικών ροών ή επισιτιστικών προγραμμάτων FAO– σε χώρες με χρόνιο πρόβλημα πείνας. Ερυθραία, Σομαλία, Σουδάν, Μαυριτανία, αλλά και η Αίγυπτος εξαρτώνταν σε ποσοστά 50% έως και 100% από σιτάρι Ρωσίας–Ουκρανίας.
Κι όμως, σύμφωνα με τον ειδικό του ΟΗΕ Michael Fakhri, τον πρώτο χρόνο του πολέμου η πραγματική απώλεια ποσότητας στην παγκόσμια αγορά σιταριού εκτιμάται σε μόλις 7 εκατ. τόνους – περίπου 1% του συνόλου. Παρά ταύτα, οι διεθνείς τιμές εκτοξεύθηκαν κατά περίπου 50% μέσα σε δύο μήνες, από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο 2022.
Οι τέσσερις φάσεις και τα κέρδη των funds
Η γαλλική εταιρεία Agriculture Strategies χαρτογράφησε τέσσερις φάσεις στην πορεία της τιμής σιταριού: από τα προπολεμικά επίπεδα γύρω στα 200 ευρώ/τόνο, στην απότομη κορύφωση με την εισβολή, στη σχετική εκτόνωση μετά τη συμφωνία για τον «διάδρομο σιτηρών» μέσω Μαύρης Θάλασσας, στη νέα αναταραχή με την προσωρινή διακοπή του, και τέλος στην εξομάλυνση από το φθινόπωρο 2024, όταν οι ουκρανικές εξαγωγές επανεκκινήθηκαν μέσω χωρικών υδάτων Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Σήμερα, οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που πιέζουν έντονα τις αγροτικές οικονομίες.
Πίσω από αυτές τις διακυμάνσεις, στοιχεία της Societe Generale που ανέλυσε η δημοσιογραφική ομάδα Unearth (Greenpeace Ηνωμένου Βασιλείου), σε συνεργασία με Guardian και Lighthouse Reports, δείχνουν ότι δέκα μεγάλα επενδυτικά ταμεία αποκόμισαν κέρδη περίπου 1,9 δισ. δολαρίων στο τρίμηνο μετά την εισβολή. Μέσω εξειδικευμένων στρατηγικών και αλγορίθμων σε παράγωγα σιτηρών, κατάφεραν να κεφαλαιοποιήσουν τη μεταβλητότητα, επιτείνοντας την πίεση στο «καλάθι της νοικοκυράς» διεθνώς.
Λιπάσματα, δομικές πληγές και αβέβαιο αύριο
Παράλληλα, η έκρηξη τιμών στα λιπάσματα –όπου Ρωσία και Λευκορωσία έχουν κομβικό ρόλο– σε συνδυασμό με την άνοδο του φυσικού αερίου, εκτόξευσε το κόστος παραγωγής για αγρότες παγκοσμίως. Οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, άλλοτε με αφορμή την ενέργεια, άλλοτε με γεωπολιτικές εντάσεις, δημιουργώντας μόνιμο περιβάλλον αβεβαιότητας.
Η ίδια η Ουκρανία, παραδοσιακός «σιτοβολώνας της Ευρώπης», έχει χάσει πάνω από 20% των παραγωγικών της εδαφών, ενώ μεγάλα τμήματα είναι ναρκοθετημένα ή περιβαλλοντικά επιβαρυμένα. Η παραγωγή σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού υποχωρεί, ενώ κερδίζει έδαφος ο ηλιόσπορος για την εγχώρια βιομηχανία ηλιελαίου – υπό την απειλή, όμως, της κλιματικής αλλαγής και της ξηρασίας. Ταυτόχρονα, θεσμικά εμπόδια στην ΕΕ (όπως οι νέοι κανόνες για εισαγωγές καρυδιών από μικρούς παραγωγούς) και η ενδημική διαφθορά στο Κίεβο υπονομεύουν την ανάταξη του αγροτικού τομέα.
Η φυγή νέων από την ύπαιθρο, η απουσία επενδύσεων σε συνθήκες πολέμου και οι υποδομές εξαγωγών που λειτουργούν οριακά, καθιστούν αβέβαιο το πώς θα μοιάζει ο ουκρανικός αγροδιατροφικός τομέας την «επόμενη μέρα».
Σχόλιο
: Τα στοιχεία για τα κέρδη των funds και τη μικρή πραγματική έλλειψη σιτηρών επιβεβαιώνουν ότι η παγκόσμια αγορά τροφίμων λειτουργεί συχνά περισσότερο ως χρηματοοικονομικό προϊόν παρά ως δημόσιο αγαθό. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα ως καθαρό εισαγωγέα δημητριακών και λιπασμάτων– η υπόθεση Ουκρανίας είναι προειδοποίηση: χωρίς ισχυρές ρυθμίσεις στα παράγωγα τροφίμων, στρατηγικά αποθέματα και ουσιαστική στήριξη της εγχώριας παραγωγής, κάθε γεωπολιτικό σοκ μπορεί να μεταφράζεται σε εκρηκτικό «φόρο» ακρίβειας για τα νοικοκυριά.






