Ο αντιπρόεδρος JD Vance εμφανίζεται ως η πιο επιφυλακτική φωνή εντός του Λευκού Οίκου για τα πλήγματα κατά του Ιράν. Παρά τη δημόσια στήριξη προς τον Ντόναλντ Τραμπ, οι διαρροές αποκαλύπτουν βαθιές φιλοσοφικές διαφορές για τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ JD Vance αναδεικνύεται, σύμφωνα με ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, ως η βασική «σκεπτικιστική» φωνή μέσα στον Λευκό Οίκο απέναντι στην απόφαση για εκτεταμένα πλήγματα κατά του Ιράν. Παρότι δημοσίως υπερασπίζεται την επιχείρηση, στο εσωτερικό φέρεται να εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα και το ρίσκο ενός πολέμου με την Τεχεράνη.
Εσωτερικές διαφωνίες πίσω από τη δημόσια ενότητα
Σύμφωνα με δύο ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, ο Vance ήταν «σκεπτικός», «ανήσυχος για την επιτυχία» και «απλώς αντίθετος» με τον πόλεμο στο Ιράν, πριν ο Ντόναλντ Τραμπ λάβει την τελική απόφαση για τα πλήγματα. Οι πηγές, μιλώντας ανωνύμως, περιγράφουν έναν αντιπρόεδρο που επιτελεί τον ρόλο του «συνηγόρου του διαβόλου», παρουσιάζοντας στον πρόεδρο όλα τα πιθανά σενάρια και κινδύνους.
Παρά τις επιφυλάξεις, οι ίδιοι κύκλοι υπογραμμίζουν ότι, μετά τη λήψη της απόφασης, ο Vance «είναι πλήρως στο πλευρό» του προέδρου. Η γραμμή αυτή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εικόνα μιας ενωμένης εκτελεστικής εξουσίας και στην πραγματικότητα υπαρκτών στρατηγικών διαφορών για τον βαθμό εμπλοκής των ΗΠΑ σε νέες πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.
Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε δημόσια ότι ο αντιπρόεδρός του ήταν «φιλοσοφικά λίγο διαφορετικός» και «λιγότερο ενθουσιώδης» για την απόφαση, χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται ενοχλημένος από αυτή τη διαφοροποίηση. Η αναφορά αυτή, σε συνδυασμό με τις διαρροές, ενισχύει την εικόνα ενός εσωτερικού διαλόγου στο ανώτατο επίπεδο εξουσίας των ΗΠΑ.
Η μακρά διαδρομή σκεπτικισμού του Vance για τις επεμβάσεις
Ο Vance έχει εδώ και χρόνια ταχθεί κατά των μακρόχρονων στρατιωτικών εμπλοκών, με τη στάση του να αποδίδεται και στην προσωπική του εμπειρία ως πεζοναύτης στο Ιράκ. Είχε ήδη χαρακτηρίσει ως «λάθος» τους βομβαρδισμούς κατά των Χούθι, σε εσωτερική συνομιλία μέσω εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων, ενώ σε δημόσιες παρεμβάσεις του στο παρελθόν είχε υποστηρίξει ότι δεν είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ ένας πόλεμος με το Ιράν, τονίζοντας το τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος.
Ακόμη και μετά την έναρξη των επιχειρήσεων κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, ο Vance επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από τον θριαμβευτικό τόνο του Τραμπ. Ενώ στηρίζει τον στόχο της καταστροφής της ιρανικής πυρηνικής ικανότητας, επιμένει ότι οι ΗΠΑ δεν θα εμπλακούν σε έναν «πολυετή πόλεμο χωρίς τέλος και χωρίς σαφή στόχο», προσπαθώντας να καθησυχάσει την αμερικανική κοινή γνώμη που ανησυχεί για νέες «παγίδες» τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν.
Οι συνεργάτες του Vance απορρίπτουν τις διαρροές ως προσπάθεια «προβολής ξένων απόψεων» πάνω του και επιμένουν ότι ο αντιπρόεδρος κρατά τις συμβουλές του αποκλειστικά για τον πρόεδρο. Ο Λευκός Οίκος, από την πλευρά του, κάνει λόγο για «παρερμηνείες» και τονίζει ότι ο Τραμπ ακούει πολλές απόψεις πριν αποφασίσει, παρουσιάζοντας τον Vance ως «πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο» της εθνικής ομάδας ασφαλείας.
Πέρα από τις διαψεύσεις, η υπόθεση φωτίζει μια δομική ένταση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική: ανάμεσα σε έναν πρόεδρο που επιδιώκει γρήγορες, επιθετικές κινήσεις για να επιβάλει αποτροπή, και σε έναν αντιπρόεδρο που, αν και τελικά στοιχίζεται, ενσαρκώνει την κόπωση της αμερικανικής κοινωνίας από τις ατέρμονες επεμβάσεις στο εξωτερικό.
Σχόλιο
: Η διαρροή για τον σκεπτικισμό του Vance δεν είναι απλώς εσωτερικό κουτσομπολιό του Λευκού Οίκου· αποτυπώνει τη βαθιά στρατηγική διαμάχη στην Ουάσιγκτον για το αν οι ΗΠΑ μπορούν να συντηρούν ταυτόχρονα πολιτική σκληρής ισχύος και υπόσχεση αποφυγής νέων «αιώνιων πολέμων». Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το αν θα επικρατήσει η γραμμή Vance ή η πιο επιθετική σχολή σκέψης έχει άμεσες συνέπειες για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή και, κατ’ επέκταση, για την ενεργειακή ασφάλεια και τις ροές μεταναστών προς την περιοχή μας.






