Η ιστορική συνταγή της Wall Street «αγόρασε όταν ξεσπά πόλεμος» δοκιμάζεται εκ νέου, καθώς η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν αναζωπυρώνει τον κίνδυνο ενεργειακού σοκ και ύφεσης.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν επαναφέρει στη Wall Street ένα παλιό αξίωμα: «αγόρασε τα κανόνια, πούλα τις τρομπέτες». Δηλαδή, αγόρασε μετοχές όταν ξεσπά πόλεμος και ρευστοποίησε όταν έρθει η ειρήνη. Ωστόσο, αυτή τη φορά, ο συνδυασμός γεωπολιτικού ρίσκου και ενεργειακής εξάρτησης καθιστά την εξίσωση πολύ πιο περίπλοκη.
Ο κίνδυνος ενεργειακού σοκ και η «μακροοικονομική δίοδος»
Ο Χένρι Άλεν, στρατηγικός αναλυτής της Deutsche Bank στο Λονδίνο, υπενθυμίζει ότι οι περισσότερες γεωπολιτικές κρίσεις ιστορικά δεν αφήνουν μόνιμο αποτύπωμα στις αγορές. Η εξαίρεση, όπως σημειώνει, είναι όταν το γεγονός αποκτά σαφή μακροοικονομικό δίαυλο: επηρεάζει δηλαδή άμεσα την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Η απειλή του Ιράν να μπλοκάρει τα Στενά του Ορμούζ –από όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων φορτίων πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου– αποτελεί ακριβώς μια τέτοια δίοδο. Η άνοδος των τιμών του αργού μετά τα αμερικανικά πλήγματα του Σαββάτου αναζωπύρωσε τον φόβο για νέα ενεργειακή κρίση, σε μια παγκόσμια οικονομία που ήδη παλεύει με υψηλά επιτόκια και εύθραυστη ανάπτυξη.
Παρά την ένταση, η Deutsche Bank επισημαίνει ότι η τιμή του West Texas Intermediate παραμένει ακόμη κάτω από τον μέσο όρο του 2024 και σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με την εκτόξευση που καταγράφηκε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ή στους δύο Πολέμους του Κόλπου. Ωστόσο, μια περαιτέρω κλιμάκωση θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το τοπίο.
Τρεις προϋποθέσεις για βουτιά άνω του 15% στον S&P 500
Σύμφωνα με τον Άλεν, για να μετατραπεί ένα ενεργειακό σοκ σε πτώση άνω του 15% για τον δείκτη S&P 500, πρέπει να ικανοποιηθεί τουλάχιστον μία από τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, άνοδος της τιμής του πετρελαίου κατά 50% έως 100% που διατηρείται για μήνες· δεύτερον, ένα ήδη επιβραδυνόμενο μακροοικονομικό περιβάλλον, το οποίο να μπορεί να σπρωχθεί σε ύφεση· και τρίτον, μια επιθετική, «γερακίσια» αντίδραση από τις κεντρικές τράπεζες, που θα αυξήσουν ή θα διατηρήσουν υψηλά τα επιτόκια για να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό από την ενέργεια.
Μέχρι στιγμής, υπογραμμίζει, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν έχει πλήρως ενεργοποιηθεί. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη μεταβλητότητα, ο S&P 500 παραμένει ανθεκτικός: μετά από μια θεαματική ενδοσυνεδριακή αναπήδηση τη Δευτέρα, ο δείκτης υποχώρησε έως και 2,5% την Τρίτη, πριν ανακτήσει μέρος των απωλειών.
Ευκαιρία ή παγίδα για τους επενδυτές;
Άλλοι αναλυτές στη Wall Street βλέπουν στο σημερινό περιβάλλον μια κλασική ευκαιρία «αγοράς στη βουτιά». Ο Τζόναθαν Κρίνσκι της BTIG επικαλείται το ρητό «όταν πέφτουν πύραυλοι, είναι ώρα για αγορές», υποστηρίζοντας ότι οι απότομες κινήσεις λόγω γεωπολιτικής έντασης σπάνια αποδεικνύονται διαρκείς. Κατά την άποψή του, η παρούσα αστάθεια είναι περισσότερο τακτική ευκαιρία για τοποθετήσεις σε επίπεδο δεικτών, παρά σήμα γενικευμένης εξόδου.
Για τους Έλληνες επενδυτές και τις εγχώριες επιχειρήσεις, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η επίδραση της τιμής του πετρελαίου στα κόστη μεταφορών, παραγωγής και ναυτιλίας· αφετέρου η συμπεριφορά των διεθνών αγορών, από τις οποίες εξαρτάται η πρόσβαση σε κεφάλαια και η αποτίμηση του ρίσκου. Εάν η κρίση παραμείνει ελεγχόμενη, το ιστορικό playbook της Wall Street μπορεί να αποδειχθεί για άλλη μια φορά σωστό. Αν όμως δούμε παρατεταμένη εκτίναξη των τιμών ενέργειας και στροφή των κεντρικών τραπεζών σε πιο σκληρή στάση, το «αγόρασε τα κανόνια» ίσως μετατραπεί σε ακριβό λάθος.
Σχόλιο
: Η αγορά παίζει για άλλη μια φορά το γνώριμο σενάριο «γεωπολιτική βουτιά – επενδυτική ευκαιρία», αλλά η πραγματική γραμμή άμυνας βρίσκεται στο τρίγωνο πετρέλαιο–ανάπτυξη–κεντρικές τράπεζες. Όσο οι τρεις προϋποθέσεις της Deutsche Bank δεν εκπληρώνονται ταυτόχρονα, οι βίαιες διακυμάνσεις μοιάζουν περισσότερο με τακτικό «θόρυβο» παρά με προάγγελο συστημικής κρίσης. Για τους επενδυτές της ελληνικής αγοράς, η ψύχραιμη στάθμιση του ενεργειακού ρίσκου και της νομισματικής πολιτικής είναι πιο κρίσιμη από τα ίδια τα πολεμικά πρωτοσέλιδα.






