Η βρετανική Αρχή Ανταγωνισμού εξετάζει αν Hilton, InterContinental και Marriott μοιράζονται ευαίσθητα εμπορικά δεδομένα μέσω πλατφόρμας analytics, με πιθανές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και στις τιμές για τους πελάτες.
Η Αρχή Ανταγωνισμού και Αγορών του Ηνωμένου Βασιλείου (Competition and Markets Authority – CMA) άνοιξε επίσημη έρευνα σε τρεις από τις μεγαλύτερες ξενοδοχειακές αλυσίδες διεθνώς – Hilton, InterContinental Hotels Group (IHG) και Marriott – για πιθανή ανταλλαγή «ανταγωνιστικά ευαίσθητων» πληροφοριών.
Ο ρόλος της πλατφόρμας STR και τα ερωτήματα της CMA
Στο μικροσκόπιο των αρχών βρίσκεται η χρήση του εργαλείου ανάλυσης δεδομένων STR, που ανήκει στην εταιρεία ακινήτων CoStar. Η CMA διερευνά εάν τα ξενοδοχειακά γκρουπ, τα οποία συνολικά διαχειρίζονται περισσότερα από 25.000 ξενοδοχεία παγκοσμίως, μοιράζονται –μέσω της STR– πληροφορίες που θεωρούνται κρίσιμες για τον ανταγωνισμό, όπως πληρότητα, μέσες ημερήσιες τιμές δωματίων και έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο.
Η χρήση δεδομένων και αλγορίθμων για δυναμική τιμολόγηση είναι πλέον κοινή πρακτική στον κλάδο, καθώς βοηθά τις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τις τιμές στη ζήτηση. Όμως, όταν τέτοια πληροφόρηση διαχέεται μεταξύ άμεσων ανταγωνιστών, ο κίνδυνος περιορισμού του ανταγωνισμού αυξάνεται. Όπως σημειώνει η CMA, «όταν αντίπαλες επιχειρήσεις μοιράζονται ανταγωνιστικά ευαίσθητες πληροφορίες –περιλαμβανομένου μέσω τρίτων παρόχων ανάλυσης δεδομένων– μειώνεται η αβεβαιότητα που φυσιολογικά έχουν για το πώς θα κινηθεί η καθεμία».
Αυτό, κατά τον ρυθμιστή, μπορεί να αποδυναμώσει την ένταση του ανταγωνισμού, διότι διευκολύνει τις επιχειρήσεις να προβλέψουν τη συμπεριφορά των αντιπάλων και να συντονίσουν, έστω σιωπηρά, τις κινήσεις τους. Η CMA έχει μπροστά της περίοδο έξι μηνών για συλλογή στοιχείων και αξιολόγηση. Σε αυτή τη φάση τονίζει ότι «δεν πρέπει να γίνονται υποθέσεις» για πιθανή παράβαση· εφόσον σχηματιστεί προκαταρκτική άποψη περί παραβίασης του δικαίου ανταγωνισμού, θα εκδοθεί επίσημη ανακοίνωση αιτιάσεων.
Αντιδράσεις εταιρειών και ευρύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο
Η CoStar δηλώνει ότι συνεργάζεται με την CMA, εκφράζοντας ταυτόχρονα «έκπληξη» για το ενδιαφέρον του ρυθμιστή για μια πλατφόρμα ξενοδοχειακών δεδομένων και benchmarking που, όπως υποστηρίζει, χρησιμοποιείται επί δεκαετίες από εταιρείες και δημόσιους φορείς για την κατανόηση των τάσεων της αγοράς.
Από την πλευρά της, η InterContinental Hotels Group, με έδρα το Windsor και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους παγκοσμίως, σημειώνει ότι θα συνεργαστεί πλήρως με την έρευνα της CMA. Οι Hilton και Marriott έχουν επίσης προσεγγιστεί για σχόλιο. Η έναρξη της έρευνας συνοδεύτηκε από πτώση της μετοχής της IHG στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, έως και περίπου 5% στην έναρξη της συνεδρίασης.
Η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της βρετανικής Αρχής Ανταγωνισμού να διασφαλίσει ότι «νέες τεχνολογίες» και ψηφιακά εργαλεία δεν υπονομεύουν τον υγιή ανταγωνισμό ούτε επιβαρύνουν τους καταναλωτές. Τον Νοέμβριο, η CMA είχε ανοίξει παράλληλες έρευνες σε οκτώ εταιρείες για τις online πρακτικές τιμολόγησης και χρεώσεις επιπλέον τελών.
Για την ξενοδοχειακή βιομηχανία και τον κλάδο φιλοξενίας γενικότερα, η εξέλιξη αποτελεί υπενθύμιση ότι η γραμμή ανάμεσα στην επιτρεπτή ανάλυση αγοράς και την ανταλλαγή πληροφοριών που μπορεί να θεωρηθεί συντονισμός είναι λεπτή – και ότι οι ρυθμιστικές αρχές είναι πλέον ιδιαίτερα προσεκτικές απέναντι σε πρακτικές που βασίζονται σε μεγάλη συγκέντρωση και διαμοιρασμό δεδομένων.
Σχόλιο
: Η έρευνα της CMA δείχνει ότι στην εποχή των big data, ο έλεγχος ανταγωνισμού δεν περιορίζεται πια σε κλασικές συμφωνίες τιμών ή καρτέλ· περνά μέσα από τον τρόπο που συλλέγονται, αναλύονται και μοιράζονται τα δεδομένα. Για μεγάλες αλυσίδες, το όφελος της καλύτερης πληροφόρησης μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με αυστηρότερη εποπτεία – και για τους καταναλωτές, το ζητούμενο είναι αν η διαφάνεια και ο ανταγωνισμός θα ενισχυθούν ή θα διαβρωθούν από την αυξανόμενη «ορατότητα» που έχουν οι παίκτες ο ένας για τον άλλον.






