Η βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί ριζικό περιορισμό των ενόρκων δικών, επικαλούμενη τον όγκο υποθέσεων. Νομικοί προειδοποιούν ότι θυσιάζεται θεμελιώδης δημοκρατικός θεσμός.
Στο επίκεντρο μιας οξείας θεσμικής αντιπαράθεσης βρίσκεται το βρετανικό σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, καθώς η κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος προωθεί ριζικές αλλαγές που περιορίζουν δραστικά τις δίκες με ενόρκους. Η συζήτηση δεν αφορά απλώς τεχνικές μεταρρυθμίσεις, αλλά την ίδια την ισορροπία ανάμεσα στην εξουσία του κράτους και τα δικαιώματα του πολίτη.
Από την υπεράσπιση στην αποδόμηση των ενόρκων
Η πρόταση της κυβέρνησης προβλέπει ότι περίπου οι μισές ποινικές υποθέσεις θα εκδικάζονται πλέον χωρίς ενόρκους, από μονομελή σύνθεση δικαστή, εφόσον η αναμενόμενη ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όχι μόνο «ελαφρά» αδικήματα, αλλά και υποθέσεις κλοπής, απάτης, τραυματισμών και διαρρήξεων, όπου το διακύβευμα για τη φήμη και τη ζωή του κατηγορουμένου είναι τεράστιο.
Η στροφή είναι εντυπωσιακή, καθώς κορυφαίοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, όπως ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Δικαιοσύνης Ντέιβιντ Λάμι, είχαν στο πρόσφατο παρελθόν ταχθεί κατηγορηματικά υπέρ της διατήρησης των ενόρκων δικών ως «θεμελιώδους τμήματος του δημοκρατικού συμβιβασμού». Σήμερα, οι ίδιοι προωθούν το ακριβώς αντίθετο, επικαλούμενοι ως αιτιολογία το τεράστιο backlog στα ποινικά δικαστήρια, που ξεπερνά τις 80.000 υποθέσεις και, σύμφωνα με κυβερνητικές προβλέψεις, μπορεί να φτάσει τις 100.000 μέχρι το 2028.
Το αληθινό πρόβλημα: χρόνια υποχρηματοδότηση
Ωστόσο, ανεξάρτητες αναλύσεις, όπως αυτή του Institute for Government, αμφισβητούν ότι η κατάργηση των ενόρκων σε μεγάλο εύρος υποθέσεων θα έχει ουσιαστική επίδραση στη μείωση του φόρτου. Ο πρώην δικαστής λόρδος Λέβεσον, σε πρόσφατη έκθεσή του για την ποινική δικαιοσύνη, εντοπίζει ως βασική αιτία της κρίσης τη χρόνια υποχρηματοδότηση: ελλείψεις σε κτίρια, προσωπικό, δικαστική υποστήριξη και νομική βοήθεια, καθώς και περιορισμό των ωρών συνεδρίασης των δικαστηρίων.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει τους ενόρκους ως εμπόδιο στην απονομή δικαιοσύνης, τη στιγμή που οι πραγματικές παθογένειες βρίσκονται στην πολιτική επιλογή διαρκούς λιτότητας στον χώρο της δικαιοσύνης. Η μεταφορά βάρους από ένα συλλογικό, κοινωνικά αντιπροσωπευτικό σώμα (τους 12 ενόρκους) σε έναν μόνο δικαστή, συχνά «σκληρυμένο» από την καθημερινή τριβή με το ποινικό σύστημα, αυξάνει αντικειμενικά τον κίνδυνο δικαστικών πλανών.
Ιστορικός θεσμός ως ανάχωμα στην κρατική αυθαιρεσία
Το αγγλικό σύστημα ενόρκων, με ιστορία οκτώ αιώνων, θεωρείται διεθνώς ένα από τα δικαιότερα μοντέλα κρίσης ενοχής ή αθωότητας. Η λογική του είναι απλή αλλά θεμελιώδης: δώδεκα τυχαία επιλεγμένοι πολίτες λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας και στην καταχρηστική νομοθεσία. Από την υπόθεση Bushell το 1670, όπου ένορκοι αρνήθηκαν να καταδικάσουν Κουάκερους παρά τις πιέσεις δικαστή και φυλακίστηκαν, έως τις μακρόχρονες έρευνες για το Hillsborough, η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου οι ένορκοι διόρθωσαν ή αμφισβήτησαν την επίσημη κρατική αφήγηση.
Στη σύγχρονη εποχή, οι ένορκοι έχουν δείξει αξιοσημείωτη ανεξαρτησία σε υποθέσεις διαδηλώσεων και περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, απαλλάσσοντας μαζικά κατηγορουμένους για παραβίαση αυστηρών νόμων περί δημόσιας τάξης. Αυτή ακριβώς η ανεξαρτησία φαίνεται να ενοχλεί τις κυβερνήσεις, που προτιμούν ένα πιο «προβλέψιμο» σύστημα χωρίς την απρόβλεπτη κρίση των πολιτών.
Δημοκρατικός κίνδυνος με ευρωπαϊκές προεκτάσεις
Η συζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει ευρύτερη σημασία για την Ευρώπη, καθώς πολλές χώρες –ανάμεσά τους και η Ελλάδα– αντιμετωπίζουν αντίστοιχα φαινόμενα υποχρηματοδότησης της δικαιοσύνης και πίεσης για «επιτάχυνση» διαδικασιών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ταχύτητα θα επιδιωχθεί εις βάρος της συμμετοχής των πολιτών και των εγγυήσεων δίκαιης δίκης.
Ακόμη και ο σημερινός Βρετανός πρωθυπουργός είχε γράψει παλαιότερα ότι «όσο περισσότερο περιορίζεται το δικαίωμα σε δίκη με ενόρκους, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανισορροπία ανάμεσα στην ισχύ του κράτους και την ελευθερία του ατόμου». Η σημερινή πολιτική του κυβέρνησης δείχνει πόσο εύκολα ένα «ιερό» θεσμικό κεκτημένο μπορεί να θυσιαστεί, όταν η εξουσία αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους για μια κρίση που η ίδια προκάλεσε.
Σχόλιο
: Η βρετανική μεταρρύθμιση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά υπόδειγμα για το πώς κυβερνήσεις, αντί να χρηματοδοτήσουν επαρκώς τη δικαιοσύνη, επιλέγουν να αποδυναμώσουν τους θεσμούς που τις ελέγχουν. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη είναι ήδη εύθραυστη, το βρετανικό παράδειγμα λειτουργεί ως προειδοποίηση: η επίκληση της «αποτελεσματικότητας» μπορεί να γίνει όχημα για βαθιά αντιδημοκρατικές τομές.






