Στενοί σύμμαχοι του Ντόναλντ Τραμπ ανησυχούν ότι ο πόλεμος με το Ιράν ξεφεύγει από τον έλεγχο του προέδρου. Οι ιρανικές επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα και η άνοδος των τιμών πετρελαίου περιορίζουν τα περιθώρια αποκλιμάκωσης.
Περισσότερες από δύο εβδομάδες μετά την έναρξη των αμερικανικών επιθέσεων με πυραύλους Τόμαχοκ κατά του Ιράν, το αφήγημα της Ουάσινγκτον περί «σύντομης και χειρουργικής» επιχείρησης δείχνει να καταρρέει. Σύμφωνα με πηγές κοντά στον Λευκό Οίκο, που μιλούν ανώνυμα, όλο και περισσότεροι σύμμαχοι του Ντόναλντ Τραμπ φοβούνται ότι η Τεχεράνη έχει πλέον τη δυνατότητα να καθορίζει τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης, σύροντας τις ΗΠΑ σε μια ανοιχτή, παρατεταμένη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Το Στενό του Ορμούζ ως στρατηγικό όπλο της Τεχεράνης
Κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης έχει γίνει το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων ροών πετρελαίου. Με τις συμβατικές της δυνάμεις να έχουν δεχθεί βαριά πλήγματα από τις αμερικανικές επιθέσεις, η Τεχεράνη στρέφεται σε ασύμμετρες τακτικές: επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, ναρκοθέτηση θαλασσίων οδών και στοχευμένες παρενοχλήσεις της εμπορικής ναυτιλίας.
Αυτές οι κινήσεις έχουν ήδη προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς στις αγορές ενέργειας. Η τιμή του πετρελαίου από κάτω από 70 δολάρια το βαρέλι εκτοξεύθηκε κοντά στα 100 δολάρια, ενώ η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ ανέβηκε στα 3,70 δολάρια το γαλόνι, περίπου 25% υψηλότερα σε σχέση με έναν μήνα πριν. Για έναν Λευκό Οίκο που ήδη δοκιμάζεται από τη λαϊκή δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, η ενεργειακή αναταραχή μετατρέπεται σε σοβαρό πολιτικό ρίσκο.
«America First» απέναντι στο φάσμα χερσαίου πολέμου
Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της γραμμής «America First» εκφράζουν δημόσια την ανησυχία ότι ο Τραμπ πλησιάζει ακριβώς τον τύπο ανοιχτής, απροσδιόριστης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, την οποία ο ίδιος καταδίκαζε προεκλογικά. Η πιθανότητα να χρειαστεί εξασφάλιση τμημάτων της ιρανικής ακτογραμμής για την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου, συνεπάγεται –σύμφωνα με τους ίδιους– σχεδόν αναπόφευκτη ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων.
Η αποστολή επιπλέον στρατιωτικών μέσων στην περιοχή, όπως το αμφίβιο επιθετικό πλοίο USS Tripoli με περίπου 2.000 πεζοναύτες, ενισχύει τον φόβο ότι η Ουάσινγκτον προετοιμάζεται για σενάριο περιορισμένων, αλλά ουσιαστικών, χερσαίων επιχειρήσεων. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να καθησυχάσει, υποστηρίζοντας ότι οι ιρανικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους έχουν μειωθεί κατά 90% και οι επιθέσεις με drones κατά 95%, παρουσιάζοντας την εκστρατεία ως «τεράστια επιτυχία».
Πολιτικοί υπολογισμοί και στενεύοντα περιθώρια ελιγμών
Σημαντικό μέρος της ανησυχίας εστιάζει και στο πολιτικό κόστος. Σύμβουλοι του προέδρου προειδοποιούν ότι μια απόφαση για «μπότες στο έδαφος» θα μπορούσε να καταβαραθρώσει τη δημοτικότητα του Τραμπ σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του Ρίτσαρντ Νίξον μετά το Γουότεργκεϊτ. Με την αποδοχή του προέδρου ήδη να κινείται γύρω στο 40%, η προοπτική μιας μακράς σύρραξης μοιάζει ιδιαίτερα επικίνδυνη.
Ταυτόχρονα, ορισμένοι σύμμαχοι του Τραμπ προτείνουν κλιμάκωση με «ενδιάμεσα» μέτρα: εντατικοποίηση των κυβερνοεπιθέσεων, στοχευμένες κυρώσεις σε ιρανικά οικονομικά συμφέροντα, αυστηρότερος έλεγχος τάνκερ και μεγαλύτερη αξιοποίηση συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων, όπως του Ισραήλ. Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι κάθε νέο βήμα κλιμάκωσης περιορίζει περαιτέρω τις διαθέσιμες «εξόδους κινδύνου» για την Ουάσινγκτον.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν μετατρέπεται από επίδειξη ισχύος σε σύνθετο γεωοικονομικό παίγνιο, όπου η Τεχεράνη αξιοποιεί το Στενό του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης στις αγορές ενέργειας και στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Για την Ουάσινγκτον, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η στρατιωτική επικράτηση, αλλά η αποφυγή μιας χερσαίας περιπέτειας που θα υπονόμευε την αξιοπιστία του Τραμπ στο δικό του εκλογικό ακροατήριο και θα αναδιαμόρφωνε τους συσχετισμούς ισχύος στη Μέση Ανατολή με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.






