Η κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν επαναφέρει στο Λονδίνο το διαχρονικό δίλημμα της «ειδικής σχέσης». Ο Κιρ Στάρμερ επιλέγει περιορισμένη στήριξη, αποφεύγοντας άμεση εμπλοκή σε επιθετικές επιχειρήσεις.
Η νέα φάση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν δοκιμάζει εκ νέου τα όρια της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» Λονδίνου–Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με τον Βρετανό βουλευτή των Εργατικών Ματ Γουέστερν, ζήτησε από τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ «ακλόνητη» στήριξη στα πλήγματα κατά του Ιράν. Η απάντηση του Λονδίνου ήταν σαφώς πιο μετρημένη από τις αντίστοιχες εικόνες εποχής Τζορτζ Μπους: καμία ρητορική «σταυροφορίας», καμία υπόσχεση για συμμετοχή σε επιθετικές επιχειρήσεις.
Η βρετανική κυβέρνηση επέτρεψε τη χρήση βάσεων για «αμυντικά πλήγματα», υπό τον όρο του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και με ρητή προτεραιότητα στην προστασία της ζωής και των εθνικών συμφερόντων του Ηνωμένου Βασιλείου. Η επιλογή αυτή έχει δεχθεί σφοδρή κριτική από συντηρητικούς σχολιαστές, που τη θεωρούν ένδειξη αδυναμίας. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινή γνώμη στηρίζει τη γραμμή Στάρμερ.
Ιστορικές ρήξεις στην «ειδική σχέση» Λονδίνου–Ουάσιγκτον
Ο Γουέστερν υπενθυμίζει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ Λονδίνου και Ουάσιγκτον δεν είναι εξαίρεση αλλά επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Το 1956, στην κρίση του Σουέζ, οι ΗΠΑ άσκησαν ασφυκτική οικονομική πίεση για να αναγκάσουν τη Βρετανία να αποσυρθεί, παγιώνοντας τη δική τους επιρροή στη Μέση Ανατολή εις βάρος του Λονδίνου.
Τη δεκαετία του 1960, ο Εργατικός πρωθυπουργός Χάρολντ Γουίλσον αρνήθηκε να στείλει βρετανικά στρατεύματα στο Βιετνάμ, παρά τις πιέσεις της Ουάσιγκτον. Αντίστοιχα, στον πόλεμο των Φώκλαντ, οι ΗΠΑ του Ρόναλντ Ρίγκαν προσέφεραν μόνο υλικοτεχνική στήριξη, αποφεύγοντας άμεση στρατιωτική εμπλοκή, ενώ έναν χρόνο αργότερα εισέβαλαν στη Γρενάδα, μέλος της Κοινοπολιτείας, χωρίς καν να ενημερώσουν το Λονδίνο.
Η ιστορική αυτή διαδρομή, μαζί με το τραύμα του Ιράκ, λειτουργεί σήμερα ως φρένο σε όσους, κυρίως από το στρατόπεδο των Τόρις και την άκρα δεξιά, ζητούν πιο επιθετική βρετανική στάση. Κατά τον Γουέστερν, αν η διαφωνία δεν είναι ανεκτή, τότε η «ειδική σχέση» μετατρέπεται σε «κακοποιητική» σχέση εξάρτησης.
Κίνδυνος περιφερειακής ανάφλεξης και οικονομικές επιπτώσεις
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη προκαλέσει πάνω από 1.000 θανάτους, με τον κίνδυνο η σύγκρουση να επεκταθεί σε Λίβανο και ευρύτερη Μέση Ανατολή. Πέρα από το ανθρώπινο κόστος, προδιαγράφονται μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, ανατροπές στις ροές ενέργειας, πληθωριστικές πιέσεις και νέα περίοδος παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Στάρμερ επιλέγει να κρατήσει τη Βρετανία εκτός επιθετικών επιχειρήσεων, περιορίζοντας τη συμμετοχή σε αμυντικές κινήσεις και σε συνεργασία πληροφοριών, στο πλαίσιο συμμαχιών όπως η Aukus και η Five Eyes. Σύμφωνα με έρευνα που επικαλείται ο Γουέστερν, το 47% των Βρετανών τάσσεται κατά της συμμετοχής σε πλήγματα κατά του Ιράν, ενώ μόλις το 22% τα υποστηρίζει – ένδειξη ότι ο πρωθυπουργός κινείται κοντά στο αίσθημα της κοινωνίας.
Για τη Βρετανία, που ήδη αντιμετωπίζει χαμηλή ανάπτυξη και δημοσιονομικές πιέσεις, μια νέα μακροχρόνια στρατιωτική περιπέτεια θα σήμαινε επιπλέον βάρος στον προϋπολογισμό, αναταράξεις στις αγορές και πολιτικό κόστος στο εσωτερικό. Η επιλογή της «ψυχρής κεφαλής» δεν είναι μόνο ηθική ή νομική· είναι και βαθιά οικονομική.
Σχόλιο
: Η στάση Στάρμερ δείχνει ότι ακόμη και σε συνθήκες έντονης αμερικανικής πίεσης, μια μεσαία δύναμη μπορεί να διαπραγματευθεί όρους συμμετοχής, εφόσον στηριχθεί σε ιστορική μνήμη, διεθνές δίκαιο και κοινωνική νομιμοποίηση. Για την Ελλάδα, που επίσης ισορροπεί μεταξύ συμμαχικών υποχρεώσεων και εθνικού συμφέροντος, το βρετανικό παράδειγμα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η «συμμαχία» δεν ταυτίζεται αυτομάτως με άκριτη στρατιωτική εμπλοκή.
#ΗνωμένοΒασίλειο #Starmer #Trump #Ιράν #ΜέσηΑνατολή #εξωτερικήπολιτική






