Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αλλάζει γραμμή απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν πλήττει την οικονομία και απομονώνει το Βερολίνο στην ΕΕ. Η στροφή του αντανακλά φόβους για ενεργειακό σοκ, νέα προσφυγική κρίση και ενίσχυση της άκρας δεξιάς στη Γερμανία.
Μέσα σε λίγες μόλις ημέρες, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς πέρασε από την πλήρη ευθυγράμμιση με τον Ντόναλντ Τραμπ στην ανοιχτή κριτική για τον πόλεμο στο Ιράν. Ενώ στην πρόσφατη επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο εμφανιζόταν «στο ίδιο μήκος κύματος» με τον Αμερικανό πρόεδρο για την ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη, πλέον μιλά για «μεγάλα ερωτήματα ασφαλείας», οικονομικό κόστος και κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Από την ευθυγράμμιση στην ανησυχία για «ατελείωτο πόλεμο»
Κατά την επίσκεψή του στη Νορβηγία, ο Μερτς υιοθέτησε τη μέχρι σήμερα πιο επικριτική του στάση. Τόνισε ότι ο πόλεμος έχει «τεράστιο αντίκτυπο» στο ενεργειακό κόστος της Ευρώπης και μπορεί να πυροδοτήσει «μαζικές μεταναστευτικές ροές». Παράλληλα, επέκρινε ευθέως την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να χαλαρώσει τις πετρελαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, προκειμένου να ρίξει τις διεθνείς τιμές πετρελαίου, προειδοποιώντας ότι έτσι «ξαναγεμίζει το ταμείο του Κρεμλίνου» και παρατείνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η ρητορική αυτή αντιστρέφει την εικόνα της προηγούμενης εβδομάδας, όταν ο Μερτς, στο Οβάλ Γραφείο, στήριζε τους πολεμικούς στόχους του Τραμπ και χαμογελούσε στις δηλώσεις του προέδρου για την καταστροφή που προκαλούν τα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν. Τώρα προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός «ατελείωτου πολέμου» χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου, ευθυγραμμιζόμενος περισσότερο με τις ανησυχίες πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Εσωτερικές πιέσεις, ευρωπαϊκή απομόνωση και οικονομικός κίνδυνος
Η μεταστροφή του Μερτς δεν είναι μόνο γεωπολιτική, αλλά και βαθιά πολιτική. Στο εσωτερικό, δέχεται έντονη πίεση από τον κυβερνητικό εταίρο, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), που τον κατηγορεί ότι εμφανίζεται υπερβολικά επιεικής προς τον Τραμπ και τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Γερμανία εμφανίζεται όλο και πιο απομονωμένη, καθώς η πλειονότητα των κρατών-μελών, σύμφωνα με Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ευρωβουλευτές, στηρίζει την κριτική του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στις επιθέσεις.
Ακόμη και η παραδοσιακά φιλική προς τον Τραμπ Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι έχει καταδικάσει τις επιθέσεις στο Ιράν ως αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο. Ο Μερτς αποφεύγει να φτάσει σε αυτό το σημείο, αλλά σκληραίνει τη ρητορική του, αναγνωρίζοντας ότι το πολιτικό κόστος για τον ίδιο και την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) αυξάνεται.
Στο οικονομικό πεδίο, ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί να επιδεινώσει μια ήδη εύθραυστη συγκυρία. Η ενεργοβόρα γερμανική βιομηχανία, που βρισκόταν σε κάμψη πριν από την κρίση, δέχεται νέο πλήγμα από την άνοδο των τιμών ενέργειας. Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι προοπτικές ανάπτυξης απομακρύνονται εκ νέου, υπονομεύοντας τις ελπίδες για ανάκαμψη. Ταυτόχρονα, μια πιθανή νέα προσφυγική κρίση – με τη Γερμανία να αποτελεί προτιμητέο προορισμό για πολλούς Ιρανούς – τροφοδοτεί την κοινωνική ανησυχία και ενισχύει την άκρα δεξιά AfD.
Αναζήτηση διπλωματικής εξόδου υπό τον φόβο της άκρας δεξιάς
Με τις τοπικές εκλογές να πλησιάζουν και την AfD να κερδίζει έδαφος πάνω στο έδαφος της οικονομικής ανασφάλειας και του πολέμου, ο Μερτς επιχειρεί να ανακτήσει τον έλεγχο της ατζέντας. Δηλώνει ότι η Γερμανία «δεν είναι και δεν θέλει να γίνει μέρος αυτού του πολέμου» και υπόσχεται πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της G7 και με το Ισραήλ για την αναζήτηση σχεδίου τερματισμού των συγκρούσεων.
Ωστόσο, τα αντικρουόμενα μηνύματα των τελευταίων εβδομάδων έχουν ήδη προκαλέσει σύγχυση ακόμη και στην Τεχεράνη, όπου ο Ιρανός πρεσβευτής στο Βερολίνο παραδέχθηκε ότι «δεν γνωρίζει ποια είναι η πραγματική θέση της Γερμανίας». Η εικόνα μιας Γερμανίας που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ατλαντική πίστη και στην ευρωπαϊκή αυτονομία αναδεικνύει τα βαθιά διλήμματα της ΕΕ σε μια περίοδο πολλαπλών πολέμων – στο Ιράν και στην Ουκρανία – και δοκιμάζει τις αντοχές τόσο της ευρωπαϊκής ενότητας όσο και των εθνικών πολιτικών συστημάτων.
Σχόλιο
: Η στροφή Μερτς δείχνει ότι, όταν ο λογαριασμός του πολέμου φτάνει στην οικονομία και στις κάλπες, ακόμη και οι πιο φιλοαμερικανικές ηγεσίες στην Ευρώπη αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους. Το Βερολίνο επιχειρεί τώρα να κλείσει το ρήγμα με τους ευρωπαίους εταίρους του, αλλά κινδυνεύει να εμφανιστεί ταυτόχρονα αναξιόπιστο στην Ουάσιγκτον και διχασμένο στο εσωτερικό, σε μια συγκυρία όπου η άνοδος της άκρας δεξιάς καθιστά κάθε λάθος στρατηγικής εξαιρετικά κοστοβόρο.






