Η εικόνα που διαμορφώνεται για την ελληνική οικονομία, ακόμη και μέσα σε ένα σαφώς πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον, παραμένει θετική. Παρά την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, την αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και τη γενικότερη πίεση που δέχονται οι ευρωπαϊκές οικονομίες, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν βλέπουν εκτροχιασμό της Ελλάδας. Αντίθετα, η βασική τους εκτίμηση είναι ότι τόσο η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους όσο και η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας θα συνεχιστούν.
Το βασικό μήνυμα από τις εκθέσεις του Μαρτίου είναι καθαρό: η Ελλάδα έχει πλέον χτίσει ένα ισχυρότερο δημοσιονομικό και μακροοικονομικό προφίλ από ό,τι στο παρελθόν και εμφανίζεται πιο ανθεκτική απέναντι σε εξωτερικά σοκ. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα είναι άτρωτη. Σημαίνει όμως ότι έχει αποκτήσει μεγαλύτερα περιθώρια άμυνας και προσαρμογής, κάτι που μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν ήταν καθόλου αυτονόητο.
Η επιβεβαίωση της επενδυτικής βαθμίδας από τους Moody’s, DBRS και Scope, μέσα σε ένα τόσο επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον, δεν είναι απλώς τεχνική αξιολόγηση. Είναι πολιτικό και οικονομικό σήμα ότι η αγορά θεωρεί πλέον την Ελλάδα χώρα με βελτιωμένη δημοσιονομική αξιοπιστία, σταθερότερη πορεία και ικανότητα να απορροφά εξωτερικές αναταράξεις χωρίς να τίθεται άμεσα υπό αμφισβήτηση το βασικό μακροοικονομικό της αφήγημα.
Το ΔΝΤ αποτυπώνει αυτή την εικόνα με σαφήνεια, τονίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλή θέση για να αντιμετωπίσει εξωτερικά σοκ, καθώς τα δημόσια οικονομικά της συνεχίζουν να ενισχύονται. Η ταχεία μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, η στροφή της δημοσιονομικής πολιτικής προς τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και η προσπάθεια ενίσχυσης της προσιτής κατοικίας συνθέτουν, κατά το Ταμείο, ένα πιο ισορροπημένο μείγμα πολιτικής. Με απλά λόγια, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται πλέον μόνο ως χώρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά και ως οικονομία που προσπαθεί να διαχειριστεί τις κοινωνικές και αναπτυξιακές της ανάγκες χωρίς να διαλύει τα βασικά της μεγέθη.
Ο Moody’s από την πλευρά του στέκεται ιδιαίτερα στη δημοσιονομική υπεραπόδοση της χώρας μετά την πανδημία. Τα πρωτογενή πλεονάσματα των δύο τελευταίων ετών ήταν σημαντικά υψηλότερα από τους στόχους, γεγονός που αποδίδεται σε τρεις κυρίως παράγοντες: στη διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης άνω του 2%, στη συνεχιζόμενη πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής και στον πιο αυστηρό έλεγχο των δημόσιων δαπανών. Αυτοί οι τρεις άξονες έχουν μετατραπεί στον βασικό μηχανισμό που τροφοδοτεί τη βελτίωση της εικόνας της χώρας.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η πορεία του δημόσιου χρέους. Από το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο του 210% του ΑΕΠ το 2020, η Ελλάδα έφθασε στο 145% το 2025, μια μείωση που δεν προήλθε από έναν μόνο παράγοντα, αλλά από τον συνδυασμό ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων, πρόωρης αποπληρωμής μέρους παλαιών δανείων και αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που η αποκλιμάκωση του χρέους δεν παρουσιάζεται ως θεωρητικός στόχος, αλλά ως ήδη ορατή πραγματικότητα.
Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα που θα επιτρέψουν στο δημόσιο χρέος να υποχωρήσει ακόμη και προς το 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Ο Moody’s θεωρεί ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα παραμείνουν πάνω από το 3% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, ενώ ο Scope βλέπει το χρέος να υποχωρεί ταχέως έως το 2030 και στη συνέχεια με πιο αργό ρυθμό, καθώς θα αρχίσουν να βαραίνουν περισσότερο παράγοντες όπως η γήρανση του πληθυσμού και η πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο. Οι διεθνείς οργανισμοί και οι οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει καθαρή πρόοδο, αλλά δεν αγνοούν τα όριά της. Θεωρούν ότι η τρέχουσα θετική δυναμική μπορεί να διατηρηθεί, όχι όμως αυτόματα και όχι χωρίς συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Η πτωτική πορεία του χρέους και η διατήρηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης προϋποθέτουν ότι δεν θα χαλαρώσει η δημοσιονομική πειθαρχία και ότι δεν θα χαθεί η μεταρρυθμιστική ορμή στο πεδίο της παραγωγικότητας και της αγοράς εργασίας.
Η ανάπτυξη, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, παραμένει ισχυρή και μάλιστα με πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Ο Moody’s σημειώνει ότι η σύνθεσή της είναι πλέον πιο ευνοϊκή για το αξιόχρεο της χώρας, καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις παίζουν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον μόνο στην κατανάλωση ή στον τουρισμό. Χρειάζεται επενδυτικό βάθος, αύξηση παραγωγικότητας και διεύρυνση της παραγωγικής της βάσης. Εκεί ακριβώς οι οίκοι φαίνεται να βλέπουν μια βελτίωση, χωρίς όμως να υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα έχει λυθεί οριστικά.
Οι περισσότεροι προβλέπουν ότι από το 2027 ή το 2028 και μετά η ανάπτυξη θα αρχίσει να επιβραδύνεται, κυρίως καθώς θα ολοκληρώνονται τα μεγάλα επενδυτικά κύματα και τα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, δεν εκτιμούν ότι αυτό θα οδηγήσει σε ανατροπή της γενικής τάσης. Το σενάριο που περιγράφουν είναι μια οικονομία που θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με χαμηλότερους αλλά επαρκείς ρυθμούς ώστε να στηρίζει τη σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους.
Ο DBRS, για παράδειγμα, προβλέπει μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,75% έως το 2030, ενώ το ΔΝΤ βλέπει 1,8% για φέτος και περίπου 1,5% μεσοπρόθεσμα. Αυτά τα ποσοστά δεν είναι θεαματικά. Είναι όμως αρκετά για να στηρίξουν ένα σενάριο σταθεροποίησης και συνέχειας, ιδίως αν συνδυαστούν με θετικά πρωτογενή πλεονάσματα και χωρίς επιστροφή σε δημοσιονομικές εκτροπές.
Το σημείο όπου όλοι συγκλίνουν είναι ότι η Ελλάδα έχει ακόμη ανοιχτούς διαρθρωτικούς λογαριασμούς. Το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης, η χαμηλή παραγωγικότητα και η ανάγκη για βαθύτερο ψηφιακό μετασχηματισμό του ιδιωτικού τομέα παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες. Το ΔΝΤ προτείνει συνέχιση της μείωσης διοικητικών και ρυθμιστικών βαρών, ενίσχυση των κινήτρων για εργασία, στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας και προγράμματα διά βίου μάθησης. Με απλά λόγια, το μοντέλο είναι σαφές: αν η Ελλάδα θέλει να κρατήσει σταθερά το θετικό momentum, πρέπει να περάσει από την περίοδο της μακροοικονομικής αποκατάστασης στην περίοδο της βαθύτερης διαρθρωτικής αναβάθμισης.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του μηνύματος από τους διεθνείς οργανισμούς. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ειδική περίπτωση ακραίου κινδύνου. Αντιμετωπίζεται ως οικονομία που έχει κάνει ουσιαστική δημοσιονομική και θεσμική πρόοδο, αλλά που εξακολουθεί να εξαρτά την επιτυχία της από τη συνέπεια της πολιτικής της. Το θετικό είναι ότι το σοκ του πολέμου δεν φαίνεται, μέχρι στιγμής, ικανό να ανατρέψει αυτή την πορεία. Το δύσκολο είναι ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει να κινείται σωστά σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο ασταθές.
SBC Analysis
Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά άτρωτη. Είναι ότι απέκτησε μεγαλύτερη αντοχή.
Αυτό είναι πρόοδος, αλλά όχι άφεση αμαρτιών.
Οι διεθνείς οίκοι λένε ουσιαστικά το εξής: η χώρα έχει χτίσει καλύτερη βάση, έχει πιο καθαρή δημοσιονομική εικόνα και πιο πειστική πορεία χρέους. Όμως η συνέχεια δεν θα κριθεί από τις καλές εκθέσεις. Θα κριθεί από το αν θα συνεχιστεί η παραγωγή πλεονασμάτων, η πίεση στη φοροδιαφυγή, οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις στην παραγωγικότητα.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα έχει βγει από τη φάση του μόνιμου δημοσιονομικού πανικού. Δεν έχει βγει όμως από τη φάση της διαρκούς δοκιμασίας.







