Η Κομισιόν παρουσιάζει τον Industrial Accelerator Act ως βιομηχανικό εργαλείο, αλλά η αρχιτεκτονική του είναι βαθιά κλιματική. Πίσω από τη ρητορική περί ανταγωνιστικότητας, κρύβεται μια στοχευμένη απόπειρα αποανθρακοποίησης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον νέο «Industrial Accelerator Act» (IAA) ως ναυαρχίδα για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές. Ωστόσο, η ουσία του κειμένου παραπέμπει περισσότερο σε κλιματική πολιτική παρά σε κλασικό βιομηχανικό σχέδιο: η στόχευση των δημόσιων δαπανών προς προϊόντα χαμηλών εκπομπών και τεχνολογίες μηδενικού ισοζυγίου άνθρακα το καθιστά εργαλείο αποανθρακοποίησης με άλλο όνομα.
Δημόσιο χρήμα ως μοχλός πράσινης βιομηχανίας
Κεντρική καινοτομία του IAA είναι ότι δεν κατευθύνει το δημόσιο χρήμα γενικά σε παραγωγή εντός ΕΕ, αλλά ειδικά σε υλικά χαμηλών εκπομπών και τεχνολογίες καθαρής ενέργειας που παράγονται στην Ένωση. Για παράδειγμα, το 25% του χάλυβα που αγοράζουν οι δημόσιες αρχές για κατασκευές θα πρέπει να πληροί κριτήρια χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος. Αντίστοιχα ποσοτικά όρια τίθενται για αλουμίνιο και τσιμέντο, με την πρόσθετη απαίτηση αυτά να είναι και ευρωπαϊκής προέλευσης σε ορισμένες κατηγορίες.
Η λογική είναι σαφής: η βιομηχανία διστάζει να επενδύσει σε πράσινες τεχνολογίες λόγω υψηλού αρχικού κόστους και αβεβαιότητας για τη ζήτηση. Η Επιτροπή επιχειρεί να λύσει αυτό το πρόβλημα προσφέροντας εγγυημένη, προβλέψιμη ζήτηση μέσω των δημοσίων συμβάσεων, που αντιστοιχούν περίπου στο 15% του ΑΕΠ της ΕΕ, δηλαδή πάνω από 2 τρισ. ευρώ ετησίως. Αντί για νέους «κόπανους» ρύθμισης, το IAA λειτουργεί ως «καρότο» που υπόσχεται συμβόλαια σε όσους επενδύσουν σε πράσινη παραγωγή.
Δεν είναι τυχαίο ότι το κλιματικό σκέλος επιχειρήθηκε να «κρυφτεί». Το αρχικό όνομα του σχεδίου ήταν «Industrial Decarbonization Accelerator Act», όμως η αναφορά στην αποανθρακοποίηση αφαιρέθηκε, ενώ οι επίτροποι με χαρτοφυλάκιο κλίματος απουσίαζαν από την παρουσίαση. Σε ένα περιβάλλον πολιτικής κόπωσης και αντιδράσεων κατά των κλιματικών πολιτικών, η Κομισιόν υιοθετεί πιο ουδέτερη γλώσσα («καθαρό» αντί για «πράσινο», έμφαση στην ασφάλεια και στην ανταγωνιστικότητα) για να περάσει ουσιαστικά κλιματικά μέτρα.
Περιορισμένη εμβέλεια και κρίσιμες εκκρεμότητες
Παρά το φιλόδοξο αφήγημα, το πεδίο εφαρμογής του IAA είναι περιορισμένο. Καλύπτει κλάδους όπως χάλυβας, τσιμέντο, αλουμίνιο, ηλεκτρικά οχήματα και βασικές τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών (μπαταρίες, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρολύτες, εξαρτήματα αιολικής, πυρηνικής και ηλιακής ενέργειας), που αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% της μεταποιητικής βάσης της ΕΕ. Αν και στρατηγικά κρίσιμοι, δεν αρκούν για βαθιά μείωση των συνολικών βιομηχανικών εκπομπών.
Ιδιαίτερα επικρίνεται το χαμηλό όριο 5% για τσιμέντο χαμηλών εκπομπών στις δημόσιες προμήθειες, όταν η αγορά ήδη καταναλώνει υψηλότερα ποσοστά τέτοιων προϊόντων. Επιπλέον, αφαιρέθηκαν από την τελική εκδοχή ρυθμίσεις για πλαστικά προϊόντα και ένα ειδικό εθελοντικό σήμα για χάλυβα χαμηλών εκπομπών· στη θέση του προαναγγέλλεται ένα γενικότερο βιομηχανικό «πράσινο» σήμα.
Κρίσιμες λεπτομέρειες παραπέμπονται σε μελλοντικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των ορισμών για το τι σημαίνει «χάλυβας, αλουμίνιο ή τσιμέντο χαμηλών εκπομπών». Χωρίς αυτά τα τεχνικά κριτήρια, οργανώσεις όπως η Bellona προειδοποιούν ότι δεν μπορεί να κινητοποιηθεί αποτελεσματικά το δημόσιο χρήμα ούτε να δοθεί σαφές σήμα στην αγορά.
Πέρα από τη θεσμική διαπραγμάτευση που ακολουθεί μεταξύ κρατών‑μελών και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η ουσία για τις επιχειρήσεις είναι διττή: αφενός, ανοίγει ένα νέο, σημαντικό κανάλι ζήτησης για πράσινα προϊόντα· αφετέρου, όσοι καθυστερήσουν να επενδύσουν κινδυνεύουν να αποκλειστούν από ένα κομμάτι δημοσίων δαπανών που μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για ολόκληρες αλυσίδες αξίας.
Σχόλιο
: Ο IAA δείχνει την επόμενη φάση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής: λιγότερο ιδεολογική, περισσότερο βιομηχανική, με το κράτος ως «έξυπνο αγοραστή» που κατευθύνει επενδύσεις χωρίς να το διαφημίζει ως πράσινη επανάσταση. Για την Ελλάδα, όπου οι δημόσιες προμήθειες σε υποδομές και ενέργεια παραμένουν υψηλές, η έγκαιρη προσαρμογή βιομηχανίας και τεχνικών εταιρειών στα νέα πρότυπα μπορεί να μετατραπεί σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα – ή, αν χαθεί, σε ακόμη ένα χαμένο ευρωπαϊκό τρένο.






