Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν εξηγεί τη στρατηγική της κεντρικής τράπεζας για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Η συνέντευξη φωτίζει τα διλήμματα της νομισματικής πολιτικής σε μια Ευρώπη χαμηλής ανάπτυξης.
Η συνέντευξη του επικεφαλής οικονομολόγου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Φίλιπ Λέιν, αποκωδικοποιεί την επόμενη μέρα της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη. Ο Ιρλανδός τεχνοκράτης, που θεωρείται ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της στρατηγικής της ΕΚΤ, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί, παρά την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η Φρανκφούρτη παραμένει εξαιρετικά προσεκτική στις κινήσεις της.
Η μάχη με τον πληθωρισμό δεν έχει ακόμη κριθεί
Κεντρικό μήνυμα του Λέιν είναι ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να κηρύξει «λήξη συναγερμού» για τον πληθωρισμό. Αναγνωρίζει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, ωστόσο επιμένει πως ο κίνδυνος επαναφοράς τους παραμένει υπαρκτός, ιδιαίτερα αν οι μισθολογικές αυξήσεις και οι τιμές υπηρεσιών παραμείνουν ανθεκτικές. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ, όπως αφήνει να εννοηθεί, θα κινηθεί ιδιαίτερα προσεκτικά σε οποιαδήποτε περαιτέρω χαλάρωση της πολιτικής της.
Ο Λέιν τονίζει ότι η αξιοπιστία μιας κεντρικής τράπεζας κρίνεται στο κατά πόσο τηρεί με συνέπεια τον στόχο της σταθερότητας των τιμών. Η βεβιασμένη μείωση επιτοκίων, απλώς για να ενισχυθεί βραχυπρόθεσμα η ανάπτυξη, θα μπορούσε, όπως υπονοεί, να υπονομεύσει αυτή την αξιοπιστία και να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, αναγκάζοντας την ΕΚΤ αργότερα να αντιδράσει πιο επιθετικά.
Υψηλότερα επιτόκια για περισσότερο καιρό
Ο Λέιν ουσιαστικά προετοιμάζει τις αγορές και τις κυβερνήσεις για ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια θα παραμείνουν σε σχετικά υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι είχε συνηθίσει η Ευρωζώνη την προηγούμενη δεκαετία. Η εποχή του σχεδόν μηδενικού κόστους χρήματος έχει παρέλθει και, όπως εξηγεί, η νομισματική πολιτική οφείλει να ευθυγραμμιστεί με μια νέα πραγματικότητα: γεωπολιτικές εντάσεις, πράσινη μετάβαση, επενδυτικές ανάγκες και δημοσιονομικές πιέσεις ασκούν ανοδική πίεση στο «ουδέτερο» επιτόκιο.
Η ανάλυση του Λέιν έχει άμεση σημασία και για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το κόστος δανεισμού κράτους, επιχειρήσεων και νοικοκυριών παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την ανάπτυξη. Η επιμονή της ΕΚΤ σε μια πιο «σφιχτή» στάση σημαίνει ότι κυβερνήσεις και τράπεζες θα πρέπει να στηρίξουν την ανάπτυξη όχι μέσω φθηνού χρήματος, αλλά με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, βελτίωση της παραγωγικότητας και ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων.
Παράλληλα, ο Λέιν αφήνει να φανεί πως η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τις αποκλίσεις μεταξύ των οικονομιών του Βορρά και του Νότου, αλλά δεν σκοπεύει να προσαρμόσει τη γενική κατεύθυνση πολιτικής σε εθνικές ιδιαιτερότητες. Η σταθερότητα των τιμών παραμένει ο αδιαπραγμάτευτος πυλώνας, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται βραχυπρόθεσμο κόστος για την ανάπτυξη σε πιο ευάλωτες οικονομίες.
Σχόλιο
: Η συνέντευξη Λέιν επιβεβαιώνει ότι η ΕΚΤ δεν θα βιαστεί να γυρίσει σε «φθηνό χρήμα». Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι το παράθυρο των χαμηλών αποδόσεων στα ομόλογα και του άφθονου, φθηνού δανεισμού κλείνει οριστικά. Η επόμενη φάση ανάπτυξης θα κριθεί από την ικανότητα του παραγωγικού μοντέλου να προσελκύσει επενδύσεις σε περιβάλλον ακριβότερου χρήματος και όχι από την προσδοκία μιας νέας νομισματικής «παραμυθένιας δεκαετίας».






