Η πιο ανοιχτή έως τώρα ρήξη Λονδίνου – Ουάσινγκτον επί Στάρμερ αφορά τα αεροπορικά πλήγματα ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν. Ο Βρετανός πρωθυπουργός επιχειρεί λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη νομιμότητα και τη συμμαχική αλληλεγγύη.
Η απόφαση του Βρετανού πρωθυπουργού σερ Κιρ Στάρμερ να διαφοροποιηθεί δημόσια από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν σηματοδοτεί την πιο σοβαρή έως σήμερα δοκιμασία στις διατλαντικές σχέσεις της νέας κυβέρνησης στο Λονδίνο.
Η γραμμή Στάρμερ: όχι σε «αλλαγή καθεστώτος από τον αέρα»
Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Στάρμερ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση «δεν πιστεύει στην αλλαγή καθεστώτος από τους ουρανούς», αποστασιοποιούμενος ουσιαστικά από τη λογική των επιθέσεων ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν. Την ίδια στιγμή, υπερασπίστηκε ως «σωστή και νόμιμη» την άδεια χρήσης βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ για την καταστροφή ιρανικών εκτοξευτών πυραύλων, με στόχο –όπως είπε– την προστασία συμμάχων στον Κόλπο.
Η διπλή αυτή θέση –κριτική στα πλήγματα, αλλά στήριξη στη διευκόλυνση των αμερικανικών επιχειρήσεων– δείχνει την προσπάθεια του Λονδίνου να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος, χωρίς να εμφανιστεί ως άκριτος συνοδοιπόρος της Ουάσινγκτον. Ο Στάρμερ, πρώην ανώτατος νομικός, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διεθνή νομιμότητα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θεωρεί προβληματική τη νομική βάση των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων.
Η σκιά του πολέμου στο Ιράκ, στην οποία αναφέρθηκε ο ίδιος, εξακολουθεί να βαραίνει τη βρετανική πολιτική σκηνή και να καθορίζει την ευαισθησία της κοινής γνώμης σε ζητήματα στρατιωτικών επεμβάσεων χωρίς σαφές νομικό έρεισμα.
Εσωτερικές πολιτικές τριβές και αντιδράσεις της κοινής γνώμης
Στο εσωτερικό, ο Στάρμερ δέχεται πυρά και από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. Οι Συντηρητικοί και το ευρωσκεπτικιστικό Reform UK κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν στηρίζει αρκετά ξεκάθαρα τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αντίθετα, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, οι Πράσινοι και το Σκωτικό Εθνικό Κόμμα εμφανίζονται πιο επικριτικοί έναντι του ίδιου του Τραμπ, θεωρώντας τα πλήγματα κλιμάκωση που απειλεί τη σταθερότητα στην περιοχή.
Δημοσκόπηση της YouGov δείχνει ότι η βρετανική κοινή γνώμη τάσσεται σε μεγάλο βαθμό κατά των αμερικανικών ενεργειών, ενώ πλειοψηφικά αντίθετη εμφανίζεται και στην παραχώρηση βρετανικών βάσεων για τις επιχειρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα των βουλευτών των Εργατικών φαίνεται να στηρίζει τη γραμμή Στάρμερ ως μια ρεαλιστική ισορροπία ανάμεσα σε αρχές και συμφέροντα.
Οικονομικές επιπτώσεις και το μήνυμα Ριβς
Στο φόντο της κλιμάκωσης, η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς παρουσιάζει το εαρινό της ανακοινωθέν, το οποίο είχε σχεδιαστεί ως χαμηλών τόνων, χωρίς νέες φορολογικές ή δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Πλέον, όμως, αναγκάζεται να ενσωματώσει στην ομιλία της τις νέες διεθνείς αναταράξεις, με αιχμή την άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου και τον κίνδυνο περαιτέρω πίεσης στο κόστος ζωής.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να προβάλει εικόνα σταθερότητας, μιλώντας για μείωση κόστους διαβίωσης, δανεισμού και χρέους και δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης. Ωστόσο, οι οικονομικές και διπλωματικές συνέπειες των αποφάσεων Τραμπ σε Μέση Ανατολή και Περσικό Κόλπο μόλις αρχίζουν να γίνονται ορατές, με τον κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή ασφάλεια να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ανησυχιών του Λονδίνου.
Σχόλιο
: Η στάση Στάρμερ δείχνει μια Βρετανία που δεν θέλει να επαναλάβει το «σύνδρομο Ιράκ», αλλά ούτε και να διαρρήξει τη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Η λεπτή αυτή ισορροπία θα κριθεί τόσο από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης με το Ιράν, όσο και από το αν η βρετανική κοινωνία θα πειστεί ότι η κυβέρνηση μπορεί να συνδυάσει διεθνή νομιμότητα, συμμαχική αξιοπιστία και προστασία της οικονομικής σταθερότητας.






