Η ελληνική οικονομία έκλεισε το 2025 με ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ΕΕ. Καθοριστικό ρόλο είχαν οι επενδύσεις και η υποχώρηση των εισαγωγών.
Με ρυθμό ανάπτυξης 2,1% έκλεισε το 2025 η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υπολείποντας οριακά της κυβερνητικής πρόβλεψης για 2,2%. Το τελευταίο τρίμηνο του έτους το ΑΕΠ επιτάχυνε, καταγράφοντας άνοδο 2,4% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που δείχνει ότι η οικονομική δραστηριότητα έκλεισε τη χρονιά με θετική ορμή παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Επενδύσεις και εξωτερικός τομέας στηρίζουν την ανάπτυξη
Κεντρικός πυλώνας της μεγέθυνσης ήταν, για ακόμη μία χρονιά, οι επενδύσεις. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 8,9% στο σύνολο του 2025, ενώ στο τέταρτο τρίμηνο η άνοδος εκτινάχθηκε στο 14% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Η δυναμική αυτή συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, τα οποία αναμένεται να συνεχίσουν να τροφοδοτούν την επενδυτική δαπάνη και το 2026.
Σημαντική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 1,7% το 2025, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3%, προσφέροντας καθαρή θετική συμβολή στο ΑΕΠ. Στο τέταρτο τρίμηνο, οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 2,7%, με τα αγαθά να αυξάνονται κατά 7,1% και τις υπηρεσίες να υποχωρούν κατά 1,1%. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 1,1%, με πολύ ήπια άνοδο τόσο στα αγαθά όσο και στις υπηρεσίες.
Κατανάλωση νοικοκυριών, δημοσιονομική πειθαρχία και ευρωπαϊκή σύγκριση
Η τελική καταναλωτική δαπάνη λειτούργησε επίσης υποστηρικτικά, κυρίως μέσω του ιδιωτικού τομέα. Η συνολική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2% το 2025, με τα νοικοκυριά και τον ιδιωτικό τομέα να ενισχύουν τις δαπάνες τους κατά 2%, ενώ οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν μόλις κατά 0,3%. Στο τέταρτο τρίμηνο, η ιδιωτική κατανάλωση επιτάχυνε στο 2,5%, την ώρα που οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν κατά 2,2%, ένδειξη συνέχισης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Σε επίπεδο όγκου, το ΑΕΠ διαμορφώθηκε το 2025 στα 204,4 δισ. ευρώ, από 200,3 δισ. ευρώ το 2024. Σε τρέχουσες τιμές, η οικονομική δραστηριότητα έφτασε τα 248,4 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 4,9% σε σχέση με τα 236,7 δισ. ευρώ του 2024. Η επίδοση της Ελλάδας υπερέβη σαφώς τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 1,5%. Ωστόσο, ορισμένες οικονομίες κατέγραψαν πολύ υψηλότερους ρυθμούς, όπως η Ιρλανδία με 12,3%, η Μάλτα με 4% και η Κύπρος με 3,8%.
Η κυβέρνηση έχει χτίσει τον σχεδιασμό της για το 2026 σε ρυθμό ανάπτυξης 2,4%, ενώ η Κομισιόν προβλέπει 2,2%. Και οι δύο εκτιμήσεις τελούν πλέον υπό αναθεώρηση, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέες αβεβαιότητες για τις τιμές ενέργειας, το εμπόριο και την επενδυτική ψυχολογία.
Κίνδυνοι, δεύτερη εκτίμηση και προοπτικές
Η ΕΛΣΤΑΤ έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα υπάρξει δεύτερη εκτίμηση για το ΑΕΠ του 2025 στις 16 Οκτωβρίου 2026, στο πλαίσιο του προγράμματος διαβίβασης ESA 2010. Η αναθεώρηση αυτή θα στηριχθεί σε αναλυτικότερα ετήσια στοιχεία, όπως οι στατιστικές διάρθρωσης επιχειρήσεων, οι τελικές δαπάνες των νοικοκυριών βάσει της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών, τα πλήρη στοιχεία Ισοζυγίου Πληρωμών και Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και στους πίνακες Προσφοράς και Χρήσεων ανά προϊόν.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μιας οικονομίας που αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, με την επενδυτική δαπάνη να λειτουργεί ως βασικός μοχλός και την ιδιωτική κατανάλωση να στηρίζει, χωρίς εκτροχιασμό των δημοσίων δαπανών. Ωστόσο, η εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες –γεωπολιτικές εντάσεις, τιμές ενέργειας, ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική– καθιστά εύθραυστη τη δυναμική, επιβάλλοντας προσεκτική διαχείριση και επιτάχυνση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Σχόλιο
: Η επίδοση του 2,1% δείχνει ανθεκτικότητα αλλά όχι εφησυχασμό: χωρίς σταθερή αύξηση παραγωγικότητας, εξωστρέφεια και πλήρη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μεσαίους ρυθμούς ανάπτυξης, τη στιγμή που ο γεωπολιτικός κίνδυνος στη Μέση Ανατολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέψει τις ισορροπίες.






