Η κυβέρνηση στο Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει περιορισμό των δικών με ενόρκους για να αντιμετωπίσει τεράστιο όγκο εκκρεμών υποθέσεων. Ο πρώην δικαστής Alan Moses προτείνει εναλλακτική λύση που διαφυλάσσει την εμπλοκή των πολιτών στη δικαιοσύνη.
Η συζήτηση για τον περιορισμό ή την κατάργηση των δικών με ενόρκους στην Αγγλία και την Ουαλία αναζωπυρώνεται, με αφορμή το πρωτοφανές στοκ περίπου 80.000 εκκρεμών ποινικών υποθέσεων στα Crown Courts. Η κυβέρνηση αναζητά τρόπους επιτάχυνσης της απονομής δικαιοσύνης, ενώ η έκθεση του δικαστή Brian Leveson προτείνει νέες συνθέσεις δικαστηρίων χωρίς ενόρκους για ορισμένες κατηγορίες αδικημάτων.
Η ιστορική και θεσμική σημασία της δίκης με ενόρκους
Η αντιπαράθεση γύρω από τους ενόρκους είναι παλιά και φορτισμένη. Οι υποστηρικτές της δίκης με ενόρκους επικαλούνται την κλασική ρήση του Lord Devlin ότι η δίκη με ενόρκους είναι «η λάμπα που δείχνει ότι η ελευθερία ζει». Για αυτούς, η συμμετοχή απλών πολιτών στην κρίση περί ενοχής ή αθωότητας αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής νομιμοποίησης του ποινικού συστήματος.
Απέναντι, οι επικριτές –όπως ο Glanville Williams, που ήδη από τη δεκαετία του 1960 μιλούσε για «δεισιδαιμονική ευλάβεια» προς τους ενόρκους– θεωρούν ότι η κρίση περί ενοχής είναι τόσο κρίσιμη ώστε δεν μπορεί να αφεθεί σε μη ειδικούς. Προκρίνουν επαγγελματίες δικαστές ή μικτά κλιμάκια δικαστών και δικαστών-λαϊκών παραγόντων, με αιτιολογημένες αποφάσεις και αυστηρή προσήλωση στο αποδεικτικό υλικό.
Ο Alan Moses επισημαίνει ότι στην πράξη δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να μετρηθεί ποιος «βρίσκει την αλήθεια» συχνότερα – οι ένορκοι ή οι δικαστές. Νομικά, σημασία έχει μόνο ό,τι αποδεικνύεται στο ακροατήριο, όχι μια αφηρημένη έννοια «πραγματικής αλήθειας». Η πραγματική διαφορά, τονίζει, αφορά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας: πολλοί πολίτες θεωρούν ότι η δικαιοσύνη χρειάζεται κάτι «πιο ανθρώπινο» από μια ψυχρή νομική ανάλυση, και αυτό προϋποθέτει τη συμμετοχή τους στη διαδικασία.
Η πρόταση Leveson και τα όριά της
Η έκθεση Leveson δεν καταργεί τις δίκες με ενόρκους, αλλά προτείνει περιορισμό τους. Για τα βαρύτερα εγκλήματα, διατηρείται η κλασική σύνθεση με ενόρκους. Για τα λιγότερο σοβαρά, προβλέπεται νέο σχήμα: ένας δικαστής μαζί με δύο ειρηνοδίκες, χωρίς σώμα ενόρκων. Ο Moses βλέπει σε αυτή τη «μερική κατάργηση» μια προσπάθεια να αποφευχθεί η ευθεία σύγκρουση με την κοινή γνώμη, αλλά ταυτόχρονα και μια αντίφαση: αν η συμμετοχή των πολιτών είναι κρίσιμη για την εμπιστοσύνη στις πιο βαριές υποθέσεις, γιατί να μην είναι εξίσου κρίσιμη όταν μια καταδίκη για «ελαφρύτερο» αδίκημα μπορεί να αλλάξει ριζικά τη ζωή του κατηγορουμένου;
Επιπλέον, αμφισβητείται κατά πόσο οι δίκες χωρίς ενόρκους θα είναι πράγματι ταχύτερες. Οι δικαστές υποχρεούνται να συντάσσουν αιτιολογημένες αποφάσεις, με ανάλυση αποδείξεων και νομικών επιχειρημάτων – διαδικασία που, όπως δείχνει η εμπειρία, κάθε άλλο παρά εγγυάται ταχύτητα. Εδώ και μισό αιώνα, οι εκκλήσεις να συντομεύουν οι δικαστές τις αγορεύσεις και τις περιλήψεις προς τους ενόρκους συχνά πέφτουν στο κενό.
Μια εναλλακτική λύση: «κόσκινο» από συνταξιούχους δικαστές
Ο Moses προτείνει να μετατοπιστεί η συζήτηση από το «αν» θα υπάρχουν ένορκοι στο «πώς» θα μειωθεί άμεσα ο όγκος των υποθέσεων. Κατά την άποψή του, το κλειδί βρίσκεται στην προδικαστική «διαλογή» φακέλων από έμπειρους, συνταξιούχους δικαστές. Οι δικαστές αυτοί έχουν καθημερινή εμπειρία στο να ξεχωρίζουν «σιτάρι από άχυρο» σε εφέσεις και αιτήσεις δικαστικού ελέγχου. Αν τριάντα τέτοιοι δικαστές αφιερώνονταν συστηματικά στο να εξετάζουν εκκρεμείς υποθέσεις, θα μπορούσαν –κατά τον υπολογισμό του– να περνούν από «κόσκινο» περίπου 1.800 υποθέσεις την εβδομάδα.
Η εκτίμησή του είναι ότι περίπου το ένα τρίτο αυτών θα αποδεικνυόταν ότι δεν αξίζει να προχωρήσει σε πλήρη δίκη: θα μπορούσαν να κλείσουν με εναλλακτικούς τρόπους, όπως διαμεσολάβηση, συμφωνία παραδοχής ενοχής με ηπιότερη ποινή (plea bargain) ή άλλους συμβιβασμούς. Οι εισηγήσεις των συνταξιούχων δικαστών δεν θα είχαν δεσμευτική ισχύ, αλλά θα μπορούσαν να υιοθετούνται γρήγορα από αρμόδιους δικαστές, εισαγγελείς ή ειρηνοδίκες, χωρίς νέα χρονοβόρα εξέταση.
Καθοριστική λεπτομέρεια της πρότασης: οι συνταξιούχοι δικαστές θα εργάζονταν εθελοντικά, με κάλυψη μόνο των εξόδων τους, ως ένα είδος «ηθικής αποζημίωσης» για τα χρόνια που, όπως γράφει με αυτοσαρκασμό, απολάμβαναν να «γαργαλούν» τους ενόρκους με τα επιχειρήματά τους.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Moses φωτίζει ένα κρίσιμο δίλημμα για κάθε φιλελεύθερη δημοκρατία: η πίεση για αποδοτικότητα στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την αποδυνάμωση της λαϊκής συμμετοχής και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η ιδέα της «προδικαστικής διαλογής» από έμπειρους συνταξιούχους δικαστές είναι χαμηλού κόστους, πολιτικά ανώδυνη και άμεσα εφαρμόσιμη – και θα άξιζε να συζητηθεί σοβαρά και σε άλλες έννομες τάξεις, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, όπου τα προβλήματα καθυστερήσεων είναι διαχρονικά.






