Η κυβέρνηση Τραμπ κλιμακώνει την πίεση προς συντηρητικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, ζητώντας ανοιχτά στρατιωτική δράση κατά των καρτέλ. Η ρητορική εξίσωσης των καρτέλ με τρομοκρατικές οργανώσεις ανοίγει νέο, ιδιαίτερα επικίνδυνο κεφάλαιο στη διαχείριση της ασφάλειας στο δυτικό ημισφαίριο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανεβάζουν θεαματικά τον πήχη της αντιπαράθεσης με τα καρτέλ ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική, καλώντας πλέον ανοιχτά σε χρήση στρατιωτικής ισχύος. Στην εναρκτήρια διάσκεψη «Americas Counter Cartel Conference» στα κεντρικά της Διοίκησης Νοτίου Περιοχής (US Southern Command) στο Ντόραλ της Φλόριντα, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ διακήρυξε ότι «η κανονικότητα δεν μπορεί να συνεχιστεί», δεσμευόμενος για ενισχυμένη αμερικανική στήριξη στις κυβερνήσεις που θα επιλέξουν πιο επιθετική στάση.
Η «Δοξασία Τραμπ» και η επανερμηνεία του Δόγματος Μονρόε
Η Ουάσιγκτον παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως μέρος της λεγόμενης «Trump Corollary» στο ιστορικό Δόγμα Μονρόε του 19ου αιώνα, το οποίο αρχικά στόχευε στον αποκλεισμό ευρωπαϊκών παρεμβάσεων στο δυτικό ημισφαίριο. Σήμερα, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να επαναπλαισιώσει την περιοχή ως «ζωτικό χώρο» αμερικανικής ασφάλειας, με επίκεντρο πλέον τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος.
Στη διάσκεψη συμμετείχαν εκπρόσωποι από την Αργεντινή, την Ονδούρα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και πάνω από δώδεκα ακόμη συντηρητικές κυβερνήσεις που διατηρούν στενή πολιτική και ιδεολογική εγγύτητα με τον Ντόναλντ Τραμπ. Αντίθετα, τρεις από τους σημαντικότερους παίκτες της περιοχής –Κολομβία, Βραζιλία και Μεξικό– όλες με κυβερνήσεις της αριστεράς, απείχαν, υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη γεωπολιτική πόλωση στην ήπειρο.
Ο Χέγκσεθ, υιοθετώντας ξεκάθαρα πολιτικό και ιδεολογικό τόνο, υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ και η Λατινική Αμερική μοιράζονται «χριστιανική κληρονομιά» που απειλείται, κατηγορώντας την προηγούμενη προσέγγιση, βασισμένη κυρίως στην αστυνομική και δικαστική διαχείριση, ως ανεπαρκή απέναντι σε δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος και «τρομοκρατίας» στην περιοχή.
Εξίσωση καρτέλ με τρομοκρατικές οργανώσεις
Καθοριστική ήταν η παρέμβαση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, ο οποίος δήλωσε ότι «δεν υπάρχει ποινική-δικαστική λύση στο πρόβλημα των καρτέλ». Όπως τόνισε, ο λόγος που η διάσκεψη οργανώθηκε με στρατιωτική, και όχι νομική, ηγεσία είναι ότι «αυτές οι οργανώσεις μπορούν να ηττηθούν μόνο με στρατιωτική ισχύ».
Ο Μίλερ προχώρησε ακόμη παραπέρα, εξισώνοντας ρητά τα καρτέλ με τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η αλ Κάιντα και το «Ισλαμικό Κράτος», υποστηρίζοντας ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν «εξίσου σκληρά και αμείλικτα». Η ρητορική αυτή ανοίγει τον δρόμο για πιθανή νομική και επιχειρησιακή αναβάθμιση του πλαισίου δράσης των ΗΠΑ, με συνέπειες τόσο για την κυριαρχία των κρατών της περιοχής όσο και για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι παρευρισκόμενοι χαιρέτισαν τις υποσχέσεις για αυξημένους πόρους προς τη Southern Command, η οποία επί χρόνια διαμαρτύρεται για υποχρηματοδότηση σε σχέση με άλλες γεωγραφικές διοικήσεις. Το μήνυμα της Ουάσιγκτον είναι σαφές: οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες, όπως είπε ο Χέγκσεθ, «να περάσουν στην επίθεση μόνες τους αν χρειαστεί», στέλνοντας προειδοποίηση τόσο στα καρτέλ όσο και σε κυβερνήσεις που αντιστέκονται στη στρατιωτικοποίηση της αντιναρκωτικής πολιτικής.
Σχόλιο
: Η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να οικοδομήσει άξονα συντηρητικών κυβερνήσεων γύρω από μια στρατιωτικοποιημένη ατζέντα κατά των καρτέλ συνιστά de facto επαναφορά της λογικής «σφαίρας επιρροής» στο δυτικό ημισφαίριο. Η εξίσωση των καρτέλ με τζιχαντιστικές οργανώσεις νομιμοποιεί πιο βαριά στρατιωτικά εργαλεία, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εσωτερικής αστάθειας και αντι-αμερικανικής αντίδρασης. Για τις αγορές, μια παρατεταμένη περίοδος έντασης ή συγκρούσεων σε χώρες-κλειδιά της Λατινικής Αμερικής μπορεί να μεταφραστεί σε αυξημένο πολιτικό ρίσκο, πιέσεις σε επενδύσεις και ανατροπές στις ροές εμπορίου και ενέργειας από την περιοχή.






