Η Βουλή των Αντιπροσώπων, ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς, απέρριψε διακομματικό νομοσχέδιο της Γερουσίας για τη λήξη του μερικού shutdown. Ο Ντόναλντ Τραμπ παρενέβη με προεδρική πράξη για να πληρωθούν προσωρινά οι απλήρωτοι υπάλληλοι ασφάλειας αεροδρομίων.
Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον γύρω από τη χρηματοδότηση της εσωτερικής ασφάλειας κλιμακώνεται, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψαν νομοσχέδιο της Γερουσίας που θα έθετε τέλος στο πολυήμερο μερικό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Θύματα της σύγκρουσης είναι πρωτίστως οι περίπου 50.000 υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ασφάλειας Μεταφορών (TSA), που εργάζονται χωρίς μισθό από τα μέσα Φεβρουαρίου, αλλά και εκατομμύρια επιβάτες που αντιμετωπίζουν μεγάλες καθυστερήσεις στα αεροδρόμια.
Σύγκρουση για τη χρηματοδότηση υπηρεσιών ασφαλείας
Το νομοσχέδιο της Γερουσίας, που εγκρίθηκε ομόφωνα σε νυχτερινή ψηφοφορία, προέβλεπε τη χρηματοδότηση του μεγαλύτερου μέρους του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων της TSA και της Ακτοφυλακής. Εξαιρούσε όμως την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) και τμήματα της Τελωνειακής και Συνοριακής Προστασίας (CBP), λόγω της άρνησης των Δημοκρατικών να συνεχίσουν τη χρηματοδότησή τους χωρίς αλλαγές στις πρακτικές μεταναστευτικής επιβολής.
Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, χαρακτήρισε το κείμενο «αστείο» και ανακοίνωσε ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα καταθέσουν δικό τους σχέδιο, που θα χρηματοδοτεί πλήρως TSA, ICE και CBP. Ο ηγέτης της Δημοκρατικής μειοψηφίας στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, ξεκαθάρισε ωστόσο ότι ένα τέτοιο νομοσχέδιο θα είναι «νεκρό με το που φτάσει» στη Γερουσία, προαναγγέλλοντας νέο αδιέξοδο.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονται οι σκληρές επιχειρήσεις των ICE και CBP, ιδίως η μαζική ανάπτυξη οπλισμένων, μασκοφόρων ομοσπονδιακών πρακτόρων σε πόλεις με Δημοκρατική διοίκηση. Οι καταγγελίες για υπέρμετρη βία και ατιμωρησία έχουν κλιμακωθεί μετά τον θάνατο δύο πολιτών σε επιχειρήσεις της ICE στη Μινεάπολη, μέσα σε λίγες ημέρες, υπό αμφιλεγόμενες συνθήκες.
Προεδρική παρέμβαση και πολιτικοί υπολογισμοί
Με το Κογκρέσο σε απόλυτο αδιέξοδο, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε προεδρική εκτελεστική πράξη ώστε να πληρωθούν οι εργαζόμενοι της TSA που παραμένουν στις θέσεις τους χωρίς μισθό. Στο σχετικό υπόμνημα προειδοποίησε ότι το αμερικανικό σύστημα αερομεταφορών «έχει φτάσει στο σημείο θραύσης» και ότι η κατάσταση συνιστά «έκτακτη ανάγκη που υπονομεύει την εθνική ασφάλεια».
Ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας, Μαρκγουέιν Μάλιν, δήλωσε ότι οι εργαζόμενοι της TSA θα αρχίσουν να βλέπουν μισθοδοσία ήδη από τη Δευτέρα, κίνηση που στοχεύει να αποτρέψει περαιτέρω παραιτήσεις και να αποκαταστήσει στοιχειώδη λειτουργικότητα στα αεροδρόμια. Παράλληλα, πολίτες και τοπικές κοινότητες σε πόλεις όπως η Μινεάπολη οργανώνουν διανομές τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης σε απλήρωτους υπαλλήλους, υποκαθιστώντας εν μέρει το ανύπαρκτο σε αυτή τη φάση κράτος.
Πίσω όμως από την τεχνική διαμάχη για τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών ασφαλείας κρύβεται μια βαθύτερη πολιτική στρατηγική. Ο Τραμπ έχει ζητήσει από τους Ρεπουμπλικανούς να μπλοκάρουν κάθε επιμέρους χρηματοδότηση, απαιτώντας πρώτα την ψήφιση του σχεδίου νόμου «Save America Act». Το κείμενο αυτό, που προβλέπει αυστηρά μέτρα ταυτοποίησης ψηφοφόρων, παρουσιάζεται από τον Λευκό Οίκο ως ενίσχυση της «ασφάλειας των εκλογών», ενώ οι Δημοκρατικοί το καταγγέλλουν ως απόπειρα συστηματικού αποκλεισμού εκλογέων, ιδιαίτερα μειονοτήτων και χαμηλόμισθων.
Η σύνδεση της χρηματοδότησης κρίσιμων υπηρεσιών ασφάλειας με μια άκρως διχαστική εκλογική μεταρρύθμιση επιτείνει την αβεβαιότητα. Το μερικό shutdown, που έχει ήδη ξεπεράσει τις 42 ημέρες, αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής θεσμικής αρχιτεκτονικής όταν η πόλωση μετατρέπεται σε εργαλείο διακυβέρνησης, με άμεσες επιπτώσεις στην οικονομία, την καθημερινότητα των πολιτών και την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί πλέον το shutdown ως όπλο σε ιδεολογικούς πολέμους για μετανάστευση και εκλογικούς κανόνες, με ομήρους τους ίδιους τους εργαζόμενους και την ομαλή λειτουργία του κράτους. Η προεδρική παρέμβαση για την TSA είναι πυροσβεστική, δεν λύνει όμως το δομικό πρόβλημα: ένα πολιτικό σύστημα που θεωρεί αποδεκτό να εργαλειοποιεί την κρατική χρηματοδότηση για να επιβάλει ακραίες ατζέντες.






