Η μεγάλη απειλή για την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία δεν είναι μόνο ο πόλεμος, οι γεωπολιτικές κρίσεις ή η ένταση στη Μέση Ανατολή. Είναι η πιθανότητα να αρχίσει να σπάει η ίδια η εμπιστοσύνη πάνω στην οποία έχει χτιστεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα πίσω από την ανάλυση για την επερχόμενη οικονομική «σύγκρουση»: ο κόσμος δεν κινείται απλώς προς μια περίοδο αστάθειας, αλλά προς μια περίοδο στην οποία οι αγορές μπορεί να σταματήσουν να χρηματοδοτούν άκριτα τα λάθη της πολιτικής εξουσίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ουάσιγκτον. Η επιθετική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ στην εξωτερική πολιτική δεν δημιουργεί μόνο γεωπολιτικό ρίσκο. Δημιουργεί και σοβαρό οικονομικό κόστος, επειδή διαβρώνει ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που για δεκαετίες έκαναν τις Ηνωμένες Πολιτείες τον σταθεροποιητικό άξονα του παγκόσμιου συστήματος: την αξιοπιστία του αμερικανικού κράτους, το κύρος του δολαρίου, τη θεσμική σταθερότητα, τη βαθιά αγορά ομολόγων και την αίσθηση ότι, στο τέλος της ημέρας, η Αμερική παραμένει το ασφαλές λιμάνι.
Αυτό το τελευταίο δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι η βάση πάνω στην οποία χρηματοδοτείται το αμερικανικό χρέος. Οι ΗΠΑ μπορούν να δανείζονται τεράστια ποσά επειδή ο υπόλοιπος κόσμος πιστεύει ότι τα αμερικανικά ομόλογα είναι το ασφαλέστερο asset του πλανήτη. Αν αυτή η εμπιστοσύνη αρχίσει να αμφισβητείται, το κόστος δανεισμού ανεβαίνει και μαζί του ανεβαίνει ο λογαριασμός για τα πάντα: για το κράτος, για τις επιχειρήσεις, για τα νοικοκυριά, για τις αγορές.
Εδώ ακριβώς εμφανίζονται οι λεγόμενοι bond-market vigilantes. Πρόκειται για την αγορά που αποφασίζει ότι δεν θέλει πλέον να συγχωρεί δημοσιονομική χαλαρότητα, γεωπολιτικό τυχοδιωκτισμό και πολιτική αστάθεια χωρίς υψηλότερη απόδοση. Με απλά λόγια, αν οι επενδυτές θεωρήσουν ότι η αμερικανική πολιτική αυξάνει υπερβολικά το ρίσκο, θα απαιτήσουν περισσότερο επιτόκιο για να κρατούν αμερικανικό χρέος. Και όταν αυτό αρχίσει, η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει γρήγορα.
Γιατί; Επειδή οι ΗΠΑ δεν μπαίνουν σε αυτή τη φάση από θέση δημοσιονομικής άνεσης. Μπαίνουν με υψηλά ελλείμματα, μεγάλο χρέος και μια οικονομία που έχει μάθει να ζει με φθηνό ή σχετικά διαχειρίσιμο χρήμα. Μπαίνουν επίσης με ένα χρηματιστήριο που έχει στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στην προσδοκία ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχίσει να τροφοδοτεί αποτιμήσεις σχεδόν χωρίς όριο. Αν, όμως, η αγορά ομολόγων αρχίσει να ανεβάζει απότομα το κόστος κεφαλαίου, τότε το “AI story” θα δοκιμαστεί σκληρά.
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο υποτιμημένες πτυχές του προβλήματος. Η σημερινή τεχνολογική ευφορία δεν είναι ανεξάρτητη από τα επιτόκια. Όσο το χρήμα παραμένει σχετικά διαχειρίσιμο και οι αγορές πιστεύουν στη μελλοντική ανάπτυξη, οι αποτιμήσεις μπορούν να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα. Όταν όμως το προεξοφλητικό επιτόκιο ανεβαίνει, οι αποτιμήσεις στις μετοχές ανάπτυξης πιέζονται βίαια. Άρα, μια κρίση στην αγορά αμερικανικών ομολόγων δεν θα έμενε στο fixed income. Θα περνούσε γρήγορα στις μετοχές, στην τεχνολογία, στην κατανάλωση και τελικά στην πραγματική οικονομία.
Αυτό είναι το σενάριο που τρομάζει περισσότερο: όχι μια απλή διόρθωση, αλλά μια αλληλουχία. Πρώτα ανεβαίνουν οι αποδόσεις των ομολόγων. Μετά πιέζονται οι μετοχές. Μετά μειώνεται ο πλούτος των νοικοκυριών και σφίγγουν οι χρηματοδοτικές συνθήκες. Μετά περιορίζονται επενδύσεις και κατανάλωση. Και τότε η ύφεση παύει να είναι θεωρητική πιθανότητα και γίνεται κεντρικό μακροοικονομικό σενάριο.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η εξέλιξη θα ερχόταν τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Η παγκόσμια οικονομία είναι ήδη γεμάτη ανοιχτές πληγές. Η Ιαπωνία κουβαλά εδώ και δεκαετίες ένα τεράστιο βάρος χρέους και ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται σε εύθραυστες ισορροπίες. Η Κίνα παλεύει με τις ανισορροπίες της αγοράς ακινήτων, την αδύναμη εσωτερική κατανάλωση και την κόπωση ενός μοντέλου που βασίστηκε υπερβολικά στις επενδύσεις και στις εξαγωγές. Η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει χαμηλή παραγωγικότητα, ενεργειακό κόστος και πολιτικές δυσκολίες στη λήψη γρήγορων αποφάσεων.
Αυτό σημαίνει ότι αν η Αμερική γίνει πηγή χρηματοπιστωτικού σοκ, δεν υπάρχει άλλη μεγάλη οικονομία σε θέση να λειτουργήσει ως σταθεροποιητής του συστήματος. Δεν υπάρχει “backup engine”. Και γι’ αυτό η ανησυχία είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι σε προηγούμενες φάσεις έντασης.
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση, πιο βαθιά και πιο στρατηγική. Η επιθετική εξωτερική πολιτική δεν κοστίζει μόνο σε όρους πολεμικών δαπανών ή ενεργειακής αστάθειας. Κοστίζει και σε αξιοπιστία. Αν οι σύμμαχοι, οι επενδυτές και οι εμπορικοί εταίροι αρχίσουν να βλέπουν τις ΗΠΑ όχι ως πυλώνα σταθερότητας αλλά ως παράγοντα αβεβαιότητας, τότε διαβρώνεται το γεωοικονομικό προνόμιο της χώρας. Και όταν διαβρώνεται αυτό το προνόμιο, το δολάριο, τα Treasuries και η αμερικανική αγορά παύουν να λειτουργούν τόσο αυτόματα υπέρ της Ουάσιγκτον.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση δεν αφορά απλώς ένα ακόμη επεισόδιο «αγορές εναντίον πολιτικής». Αφορά το κατά πόσο το ίδιο το αμερικανικό μοντέλο μπορεί να συνεχίσει να απολαμβάνει τα προνόμια της παγκόσμιας ηγεμονίας ενώ ταυτόχρονα παράγει όλο και περισσότερη αστάθεια. Για χρόνια, η απάντηση ήταν ναι. Η αγορά συγχωρούσε. Σήμερα αυτό δεν είναι βέβαιο.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει το διεθνές εμπορικό περιβάλλον. Όσο εντείνεται η γεωπολιτική επιθετικότητα, τόσο φθείρεται και η διεθνής εμπορική τάξη. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες γίνονται πιο ακριβές, τα ασφάλιστρα κινδύνου αυξάνονται, οι πολυεθνικές αναθεωρούν επενδύσεις, τα κράτη κινούνται πιο προστατευτικά και οι αγορές γίνονται λιγότερο προβλέψιμες. Δηλαδή, η εξωτερική πολιτική γυρίζει πίσω ως εσωτερικό οικονομικό κόστος.
Αυτό που συχνά δεν υπολογίζει η πολιτική ηγεσία είναι ότι η οικονομία δεν αντέχει απεριόριστο cumulative shock. Μπορεί να απορροφήσει έναν πόλεμο, μια ενεργειακή κρίση, μια περίοδο υψηλών επιτοκίων ή μια χρηματιστηριακή υπερτίμηση. Όταν όμως όλα αυτά συσσωρεύονται, τότε το σύστημα γίνεται εξαιρετικά ευάλωτο σε ατύχημα. Και τα ατυχήματα στις αγορές δεν ανακοινώνονται εκ των προτέρων. Φαίνονται ξαφνικά, όταν όλοι ανακαλύπτουν ταυτόχρονα ότι το ρίσκο ήταν μεγαλύτερο απ’ όσο νόμιζαν.
Γι’ αυτό και η έννοια της «οικονομικής σύγκρουσης» δεν είναι υπερβολή. Περιγράφει μια φάση όπου η πολιτική, το χρέος, οι αγορές και η γεωπολιτική παύουν να είναι ξεχωριστά πεδία και αρχίζουν να τροφοδοτούν το ένα το άλλο. Η αγορά ομολόγων πιέζει τη δημοσιονομική πολιτική. Η δημοσιονομική πολιτική πιέζει τις μετοχές. Οι μετοχές πιέζουν την κατανάλωση. Η γεωπολιτική ανεβάζει τον πληθωρισμό. Και οι κεντρικές τράπεζες εγκλωβίζονται ανάμεσα στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα τιμών.
Το χειρότερο σενάριο δεν είναι απλώς μια ύφεση. Είναι μια ύφεση με υψηλό κόστος χρήματος, υψηλό ενεργειακό κόστος και περιορισμένη πολιτική αξιοπιστία. Δηλαδή κάτι πολύ πιο δύσκολο στη διαχείριση από μια συνηθισμένη cyclical slowdown.
Αν υπάρχει ένα βασικό συμπέρασμα, αυτό είναι το εξής: η σημερινή παγκόσμια οικονομία είναι πολύ πιο εύθραυστη απ’ όσο δείχνει η επιφάνειά της. Και οι ΗΠΑ, αντί να λειτουργούν ως σταθεροποιητής, κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως επιταχυντής της επόμενης μεγάλης κρίσης.
SBC Analysis
Το ρίσκο δεν είναι μόνο ο πόλεμος.
Το ρίσκο είναι η στιγμή που η αγορά θα σταματήσει να πιστεύει ότι η Αμερική μπορεί να τα κάνει όλα χωρίς κόστος.
Αν αρχίσει η τιμωρία στα US Treasuries, το σοκ δεν θα μείνει στα ομόλογα.
Θα περάσει στις μετοχές, στην τεχνολογία, στην κατανάλωση και τελικά στην ανάπτυξη.
Και τότε η κρίση δεν θα λέγεται απλώς γεωπολιτική.
Θα λέγεται συστημική.
H.K.






