Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου υποστηρίζει ότι το Ιράν έχει απολέσει την ικανότητα εμπλουτισμού ουρανίου και παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων. Δηλώνει πως η επιχείρηση «Βρυχώμενο Λιοντάρι» θα συνεχιστεί για όσο χρειαστεί.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίστηκε σε συνέντευξη Τύπου μετά από 20 ημέρες πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη έχει πλέον «καμία ικανότητα» να εμπλουτίζει ουράνιο και «καμία δυνατότητα» παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων. Οι δηλώσεις αυτές συνιστούν την πιο επιθετική έως τώρα ρητορική για την έκταση των ισραηλινών πληγμάτων στις ιρανικές στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές.
Η εικόνα που προβάλλει το Ισραήλ μετά από 20 ημέρες πολέμου
Ο Νετανιάχου άνοιξε την παρέμβασή του με τη φράση «είμαι ζωντανός», επιχειρώντας να διαλύσει φήμες ή ανησυχίες για την προσωπική του ασφάλεια μετά τις ιρανικές απειλές αντιποίνων. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην αξιολόγηση της Επιχείρησης «Βρυχώμενο Λιοντάρι», όπως έχει ονομαστεί η ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «το Ιράν είναι πιο αδύναμο από ποτέ», ενώ το Ισραήλ παρουσιάζεται ως περιφερειακή δύναμη «και κάποιοι θα έλεγαν παγκόσμια δύναμη». Με αυτόν τον τρόπο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιδιώκει να μεταφέρει προς το εσωτερικό ακροατήριο την εικόνα μιας αποφασιστικής στρατιωτικής επιτυχίας, αλλά και προς τη διεθνή κοινότητα το μήνυμα ότι το Τελ Αβίβ είναι σε θέση να αναλάβει μόνο του βαριά στρατηγικά πλήγματα κατά της Τεχεράνης.
Παρά τις βαρύγδουπες διατυπώσεις, η πραγματική έκταση της ζημίας στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις και στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων δεν μπορεί να επαληθευτεί ανεξάρτητα σε αυτό το στάδιο. Ωστόσο, η επιλογή του Νετανιάχου να μιλήσει για «μηδενική ικανότητα» εμπλουτισμού ουρανίου αποτελεί σαφή προσπάθεια να παρουσιαστεί ότι ο βασικός πυλώνας της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής έχει δεχθεί καίριο πλήγμα.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και η πολιτική διάσταση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά του Νετανιάχου στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ «δεν παρασύρθηκαν» από το Ισραήλ στον πόλεμο με το Ιράν, επιδιώκοντας να αποσείσει τις εντυπώσεις ότι το Τελ Αβίβ έσπρωξε την Ουάσινγκτον σε κλιμάκωση. Με τη φράση «μπορεί κανείς να πει στον πρόεδρο Τραμπ τι να κάνει;» υπαινίσσεται ότι οι αποφάσεις της αμερικανικής ηγεσίας είναι αυτόνομες και όχι αποτέλεσμα ισραηλινών πιέσεων.
Η ρητορική αυτή εξυπηρετεί διπλό στόχο: αφενός να προστατεύσει τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ, παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως σύμμαχο αλλά όχι ως «καθοδηγητή» της αμερικανικής πολιτικής, και αφετέρου να απαντήσει στην κριτική, εντός και εκτός Ισραήλ, ότι η ισραηλινή στρατηγική οδηγεί σε ανεξέλεγκτη περιφερειακή ανάφλεξη.
Ο Νετανιάχου ξεκαθάρισε ότι η στρατιωτική εκστρατεία κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα συνεχιστεί «για όσο είναι απαραίτητο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένης σύγκρουσης με απρόβλεπτες οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, την ενεργειακή αγορά και τις διεθνείς θαλάσσιες οδούς.
Σχόλιο
: Οι δηλώσεις Νετανιάχου λειτουργούν περισσότερο ως εργαλείο ψυχολογικών επιχειρήσεων και πολιτικής διαχείρισης, παρά ως τεχνικά επαληθεύσιμη αποτίμηση των ιρανικών δυνατοτήτων. Η επίμονη αναφορά στην «αδυναμία» του Ιράν στοχεύει στη διαμόρφωση αφηγήματος νίκης, αλλά ταυτόχρονα εγκυμονεί τον κίνδυνο υποτίμησης της ικανότητας της Τεχεράνης για ασύμμετρα ή περιφερειακά αντίποινα, μέσω συμμάχων και παραστρατιωτικών δομών.






