Το αρχικό σενάριο για άλμα του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ από φέτος απομακρύνεται. Επικρατεί πιο «συντηρητική» αύξηση 40-50 ευρώ, υπό την πίεση της νέας γεωπολιτικής κρίσης.
Η νέα πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή αναδιαμορφώνει βίαια τον δημοσιονομικό χάρτη, περιορίζοντας τις δυνατότητες της κυβέρνησης για μια πιο γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου. Το οικονομικό επιτελείο, μπροστά σε αβέβαιες ενεργειακές τιμές και πληθωριστικές πιέσεις, φαίνεται να εγκαταλείπει το φιλόδοξο σενάριο των 950 ευρώ από φέτος και να προσανατολίζεται σε μια πιο μετριοπαθή παρέμβαση.
Το πιθανότερο σενάριο και ο δημοσιονομικός περιορισμός
Σύμφωνα με τις έως τώρα ενδείξεις, η κυβέρνηση εξετάζει αύξηση της τάξης των 40-50 ευρώ, που θα διαμορφώσει τον κατώτατο μισθό στα 920-930 ευρώ μεικτά, από 880 ευρώ σήμερα. Πρόκειται για σαφή υποχώρηση έναντι της ιδέας να «προεξοφληθεί» ο στόχος των 950 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα από την αρχική δέσμευση, εξέλιξη που είχε συνδεθεί και με την πολιτική ατζέντα ενόψει εκλογών το 2027.
Η απόφαση δεν αφορά μόνο περίπου 600.000 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που αμείβονται με κατώτατες αποδοχές. Ο κατώτατος μισθός έχει πλέον σχεδόν εξισωθεί μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, επηρεάζοντας και τμήμα των αμοιβών στο κράτος, ενώ λειτουργεί ως βάση υπολογισμού για περίπου 20 επιδόματα – από το επίδομα ανεργίας και μητρότητας έως τις τριετίες. Κάθε επιπλέον ευρώ, λοιπόν, έχει πολλαπλασιαστικό δημοσιονομικό αποτύπωμα.
Η αύξηση αναμένεται να εγκριθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο του Μαρτίου και να ανακοινωθεί από την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, με ισχύ από 1η Απριλίου. Η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των χαμηλόμισθων και στην αντοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες ήδη πιέζονται από αυξημένο ενεργειακό κόστος, επιτόκια και φορολογικές υποχρεώσεις.
Οι εισηγήσεις των φορέων και το δίλημμα ανταγωνιστικότητας
Στον ΟΜΕΔ κατατέθηκε ένα ευρύ φάσμα προτάσεων, που κινείται μεταξύ «λελογισμένων» αυξήσεων και πιο φιλόδοξων παρεμβάσεων. Τα περισσότερα ινστιτούτα και εργοδοτικοί φορείς τοποθετούν την αύξηση στο 2,5%-5%, δηλαδή μεταξύ περίπου 20 και 39 ευρώ. Το ΙΟΒΕ εισηγείται 2,5%-3,5%, συνδέοντας την αναπροσαρμογή με τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπει περιθώριο έως 4% για ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Το ΚΕΠΕ προτείνει εύρος 3,5%-5%, αλλά προειδοποιεί ότι υψηλότερες αυξήσεις μπορεί να πλήξουν δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις, μετατοπίζοντας προς τα πάνω κυρίως τα χαμηλότερα κλιμάκια μισθών. Το ΙΝΣΕΤΕ τοποθετείται στο 4%, με έμφαση στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του τουρισμού, ενώ ο ΣΕΒ ζητά προσεκτική αύξηση, υπό την προϋπόθεση φοροελαφρύνσεων και μείωσης εισφορών.
Κρίσιμη είναι η θέση των μικρομεσαίων: ΣΒΕ, ΓΣΕΒΕΕ και ΕΣΕΕ συνδέουν κάθε αύξηση με αντίμετρα στο μη μισθολογικό κόστος, κατάργηση τέλους επιτηδεύματος, ελαφρύνσεις στην προκαταβολή φόρου και αποσύνδεση του κατώτατου μισθού από την τεκμαρτή φορολόγηση. Στον αντίποδα, η ΓΣΕΕ δεν μπαίνει σε ποσοστιαία διαπραγμάτευση και επαναφέρει τον στόχο για κατώτατο 1.052 ευρώ μεικτά το 2026, ίσο με το 60% του διάμεσου μισθού.
Από το 2019 έως το 2025 ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί συνολικά κατά 35,4%, με διαδοχικές αυξήσεις 50 ευρώ (2022, 2024, 2025) και 67 ευρώ (2023). Η νέα γεωπολιτική κρίση, όμως, δείχνει να βάζει «φρένο» στον ρυθμό ανόδου, μετατρέποντας την επόμενη απόφαση σε άσκηση ισορροπίας μεταξύ κοινωνικής συνοχής και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση φαίνεται να εγκαταλείπει το «πολιτικά ελκυστικό» σενάριο των 950 ευρώ, επιλέγοντας μια τεχνικά ασφαλέστερη αλλά κοινωνικά πιο «ρηχή» αύξηση. Το πραγματικό στοίχημα, όμως, δεν είναι το ονομαστικό νούμερο, αλλά αν θα συνοδευτεί από ουσιαστική μείωση μη μισθολογικού κόστους και στοχευμένες ελαφρύνσεις, ώστε να μην μετατραπεί σε ακόμη έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού, πίεσης στις ΜμΕ και υπονόμευσης της απασχόλησης.






