Όλα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ φτάνουν για πρώτη φορά τον στόχο δαπανών 2% του ΑΕΠ, αλλά με μεγάλες ανισορροπίες μεταξύ τους. Η Ευρώπη και ο Καναδάς αυξάνουν θεαματικά τις αμυντικές δαπάνες, ενώ το μερίδιο των ΗΠΑ στη συνολική χρηματοδότηση της Συμμαχίας μειώνεται.
Για πρώτη φορά στην ιστορία της Συμμαχίας, και τα 32 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ αναμένεται να επιτύχουν το όριο δαπανών 2% του ΑΕΠ για την άμυνα το 2025, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Γενικού Γραμματέα. Η εξέλιξη αποτυπώνει την ένταση της ρωσικής απειλής αλλά και την κλιμακούμενη πολιτική πίεση από τον Ντόναλντ Τραμπ προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να «πληρώσουν το μερίδιό τους».
Η συνολική αμυντική δαπάνη των συμμάχων ανήλθε σε 1,4 τρισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 6% σε σχέση με το 2024. Η Ευρώπη και ο Καναδάς αύξησαν τις δαπάνες τους κατά περίπου ένα πέμπτο σε ετήσια βάση, στα 574 δισ. δολάρια, ενώ οι δαπάνες των ΗΠΑ υποχώρησαν οριακά στα 838 δισ. δολάρια, με αποτέλεσμα το μερίδιο της Ουάσιγκτον στο σύνολο των δαπανών του ΝΑΤΟ να μειωθεί από 64% σε 59%.
Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ συμμάχων
Παρά την επίτευξη του κοινού στόχου, η έκθεση αναδεικνύει έντονες διαφοροποιήσεις. Στον «πάτο» της κλίμακας, ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ, βρίσκονται η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Αλβανία, το Βέλγιο και ο Καναδάς, όλα ακριβώς στο 2%. Στον αντίποδα, η Πολωνία αναδεικνύεται σε πρωταθλητή δαπανών με 4,3% του ΑΕΠ, ενώ Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία και Δανία κινούνται άνετα πάνω από το 3%.
Σε όρους ετήσιας μεταβολής, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η Σλοβενία κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις σε απόλυτα ποσά, ενώ μειώσεις σημειώθηκαν στην Ουγγαρία, την Τσεχία και –σημαντικό πολιτικό μήνυμα– στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει μια σταδιακή, αν και άνιση, μετατόπιση του βάρους άμυνας από τις ΗΠΑ προς τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Ο ρόλος της Ευρώπης και η θέση της Ελλάδας
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνθεση των δαπανών. Η Ευρώπη και ο Καναδάς αύξησαν τις δαπάνες για μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα κατά 34% μέσα σε έναν χρόνο, δείχνοντας ότι δεν πρόκειται μόνο για «λογιστική» προσαρμογή, αλλά για πραγματική ενίσχυση δυνατοτήτων. Στην κατανομή των κονδυλίων, η Ελλάδα εμφανίζεται να δαπανά το μεγαλύτερο μερίδιο για προσωπικό, γεγονός που αντανακλά τη δομή και τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων σε μια χώρα πρώτης γραμμής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Αλβανία κατευθύνει το μεγαλύτερο μέρος των πόρων της σε υποδομές, το Βέλγιο δαπανά τα περισσότερα σε επιχειρήσεις και συντήρηση, ενώ το Λουξεμβούργο επενδύει αναλογικά περισσότερο σε εξοπλισμό και έρευνα. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι, παρά τον κοινό στόχο 2%, κάθε χώρα ακολουθεί δική της αμυντική στρατηγική.
Πίεση Τραμπ και νέος στόχος 5% έως το 2035
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε τονίζει στην έκθεση ότι «οι σύμμαχοι αναγνωρίζουν το μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας και την ανάγκη να ανταποκριθούμε στις συλλογικές μας υποχρεώσεις», προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι «δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού». Η Σύνοδος Κορυφής στην Άγκυρα τον Ιούλιο αναμένεται να κεφαλαιοποιήσει τα επιτεύγματα του 2025, αλλά και να χαράξει την επόμενη μέρα.
Κομβικό στοιχείο του νέου πλαισίου είναι η απόφαση του 2025, υπό έντονη πίεση από τον Ντόναλντ Τραμπ, να αυξηθεί ο στόχος αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Αν και ο στόχος αυτός μοιάζει εξαιρετικά φιλόδοξος –και πολιτικά αμφιλεγόμενος, ιδίως σε ευρωπαϊκές κοινωνίες ήδη πιεσμένες από δημοσιονομικούς περιορισμούς–, η σημερινή επίτευξη του 2% από όλους τους συμμάχους δείχνει ότι η δυναμική ανατροπής των μεταψυχροπολεμικών ισορροπιών έχει πλέον παγιωθεί.
Σχόλιο
: Η καθολική επίτευξη του 2% επιβεβαιώνει ότι η «εποχή ειρήνης» για τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς έχει τελειώσει. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που ήδη δαπανούν υψηλά ποσοστά του ΑΕΠ για άμυνα, ο νέος πήχης του 5% έως το 2035 δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα μεταξύ ασφάλειας και δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Η σταδιακή μείωση του αμερικανικού μεριδίου στις δαπάνες ενισχύει την πίεση για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα καθιστά σαφές ότι η ήπειρος θα πρέπει να χρηματοδοτήσει μόνη της αυτή τη μετάβαση – με τεράστιο πολιτικό και οικονομικό κόστος.






