Πόλεμος στο Ιράν: Στο κενό η διπλωματία μετά τις δολοφονίες ηγετών

Η στρατηγική «αποκεφαλισμού» της ιρανικής ηγεσίας από ΗΠΑ και Ισραήλ συρρικνώνει δραματικά τα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Το καθεστώς, αν και αποδυναμωμένο, αξιοποιεί την ενεργειακή πίεση ως βασικό όπλο.

Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν μπαίνει στην τέταρτη εβδομάδα, με τις δολοφονίες κορυφαίων στελεχών του ιρανικού καθεστώτος να αλλάζουν ριζικά το πολιτικό τοπίο στην Τεχεράνη. Παρά τις διακηρύξεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι το Ιράν έχει «στρατιωτικά ηττηθεί», η εικόνα στο πεδίο και στη γεωπολιτική σκακιέρα είναι πολύ πιο σύνθετη: το καθεστώς επιβιώνει, η ηγεσία σκληραίνει και η διπλωματική οδός στενεύει επικίνδυνα.

Αποκεφαλισμός της ηγεσίας και τέλος των διαύλων

Η στοχευμένη εξόντωση κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων έχει αφαιρέσει από τη Δύση βασικούς συνομιλητές. Ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ σκοτώθηκε στις πρώτες ώρες της σύρραξης στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ ο γιος του, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, που ορίστηκε διάδοχος, δεν έχει εμφανιστεί δημόσια, με πληροφορίες να μιλούν για σοβαρό τραυματισμό.

Στη συνέχεια, χτυπήματα σκότωσαν και άλλες κεντρικές φυσιογνωμίες, όπως τον ισχυρό παράγοντα του καθεστώτος και επικεφαλής ασφάλειας Αλί Λαριτζανί, καθώς και τον εκπρόσωπο των Φρουρών της Επανάστασης. Όπως επισημαίνει ο Μάρκους Σνάιντερ, επικεφαλής προγράμματος για την ειρήνη και ασφάλεια στη Μέση Ανατολή, «αυτοί οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πια, και όσοι τους αντικαθιστούν θεωρούνται πολύ λιγότερο διατεθειμένοι σε συμβιβασμούς».

Το αποτέλεσμα είναι ένα βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η Τεχεράνη έχει πλέον την εμπειρία ότι οι διαπραγματεύσεις δεν παρέχουν καμία ασπίδα έναντι στρατιωτικών πληγμάτων. Όπως σημειώνει ο αναλυτής Στέφαν Λούκας, ακόμη κι αν η Ουάσιγκτον ήθελε να ανοίξει πολιτικό διάλογο, η πολιτική βούληση στην ιρανική ηγεσία είναι ελάχιστη. Κάποια μυστικά κανάλια μέσω τρίτων χωρών, όπως το Ιράκ ή το Ομάν, δεν μπορούν προς το παρόν να μεταφραστούν σε ουσιαστική διπλωματική διαδικασία.

Στρατηγική αντοχής και οικονομική κλιμάκωση

Παρά τα βαριά πλήγματα, το ιρανικό καθεστώς εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Η λεγόμενη «μωσαϊκή άμυνα» –μια δομή με ημι-αυτόνομες μονάδες που μπορούν να επιχειρούν χωρίς κεντρική διοίκηση– καθιστά δυσκολότερη την παράλυση του συστήματος. Όπως τονίζουν αναλυτές, για την Τεχεράνη «η απλή επιβίωση σε ένοπλη σύγκρουση με τις ΗΠΑ συνιστά ήδη νίκη».

Έτσι, η ιρανική στρατηγική μετατοπίζεται από την καθαρά στρατιωτική αντιπαράθεση προς την πολιτική και οικονομική φθορά των αντιπάλων. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και η μερική παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έχουν ήδη επιβαρύνει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, τροφοδοτώντας την άνοδο των τιμών και την παγκόσμια πληθωριστική πίεση.

Σε αυτό το πεδίο, όπου η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ έχει μικρότερη σημασία, η Τεχεράνη θεωρεί ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα: μπορεί να αντέξει μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος από τους αντιπάλους της, ελπίζοντας ότι οι δυτικές κοινωνίες θα πιεστούν πολιτικά από την ενεργειακή και πληθωριστική κρίση.

Η στρατηγική των «αποκεφαλιστικών πληγμάτων» μοιάζει έτσι να γυρίζει μπούμερανγκ για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Αντί για γρήγορη αλλαγή καθεστώτος, προκύπτει μια πιο κλειστή, καχύποπτη και σκληροπυρηνική ηγεσία, με λιγότερους διαύλους επικοινωνίας και μεγαλύτερη διάθεση για ασύμμετρη κλιμάκωση στο ενεργειακό και οικονομικό μέτωπο.

Σχόλιο SBCTV : Η επιλογή των ΗΠΑ και του Ισραήλ να αποκεφαλίσουν την ιρανική ηγεσία αποδυναμώνει μεν τη διοικητική συνοχή της Τεχεράνης, αλλά ταυτόχρονα εξαλείφει τους ελάχιστους πραγματιστές συνομιλητές και ενισχύει τους σκληροπυρηνικούς. Σε συνδυασμό με την ικανότητα του Ιράν να εργαλειοποιεί την ενέργεια, η σύγκρουση μεταφέρεται από το πεδίο μάχης στην τσέπη των καταναλωτών διεθνώς, καθιστώντας την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτες σε νέα κύματα πληθωρισμού και ενεργειακής ανασφάλειας.

#Ιράν #ΗΠΑ #ΜέσηΑνατολή #Ενέργεια #Πόλεμος

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.