Η ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε στο 7,7% τον Ιανουάριο, με ισχυρή αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, παραμένουν έντονες οι έμφυλες και ηλικιακές ανισότητες.
Σημαντική αποκλιμάκωση κατέγραψε η ανεργία στην Ελλάδα τον Ιανουάριο, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ. Το ποσοστό διαμορφώθηκε στο 7,7%, έναντι αναθεωρημένου 9,8% τον Ιανουάριο 2025 και 7,9% τον Δεκέμβριο 2025, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα αύξηση της απασχόλησης και μείωση του αριθμού των ανέργων.
Ισχυρή μείωση ανέργων και αύξηση απασχόλησης
Ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 369.146 άτομα, μειωμένος κατά 92.711 άτομα ή 20,1% σε σχέση με τον Ιανουάριο 2025. Σε μηνιαία βάση, σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2025, η μείωση ήταν 1%, δηλαδή 3.907 άτομα. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια σταθερή πτωτική τάση της ανεργίας, σε ένα περιβάλλον όμως που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικές αδυναμίες στην αγορά εργασίας.
Οι απασχολούμενοι έφτασαν τα 4.401.737 άτομα, αυξημένοι κατά 128.154 άτομα ή 3% σε ετήσια βάση και κατά 23.997 άτομα ή 0,5% σε σχέση με τον Δεκέμβριο 2025. Η αύξηση αυτή υποδηλώνει ότι η αποκλιμάκωση της ανεργίας δεν οφείλεται μόνο σε αποθάρρυνση εργαζομένων που εγκαταλείπουν την αγορά εργασίας, αλλά και σε πραγματική ενίσχυση της απασχόλησης.
Παράλληλα, τα άτομα κάτω των 75 ετών που δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό – όσοι δηλαδή ούτε εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία – μειώθηκαν σε 2.962.943. Πρόκειται για πτώση κατά 63.799 άτομα (2,1%) σε ετήσια βάση και κατά 23.108 άτομα (0,8%) σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι μέρος του πληθυσμού επανεντάσσεται σταδιακά στην αγορά εργασίας.
Έμφυλο και ηλικιακό χάσμα στην αγορά εργασίας
Παρά τη συνολική βελτίωση, τα στοιχεία αναδεικνύουν σημαντικές ανισότητες. Στις γυναίκες, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 10,5%, μειωμένο μεν από 11,8% τον Ιανουάριο 2025, αλλά παραμένει σαφώς υψηλότερο από το αντίστοιχο των ανδρών, που έπεσε στο 5,4% από 8,1%. Η επιμονή του έμφυλου χάσματος αντανακλά διαφορές στην ποιότητα της απασχόλησης, στη μερική εργασία, αλλά και στα εμπόδια πρόσβασης των γυναικών σε θέσεις πλήρους και σταθερής απασχόλησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα στοιχεία ανά ηλικιακή ομάδα. Στους νέους 15-24 ετών, η ανεργία μειώθηκε στο 16% από 21,2% έναν χρόνο πριν. Παρότι η πτώση είναι εντυπωσιακή, το επίπεδο παραμένει υπερδιπλάσιο του συνολικού ποσοστού, επιβεβαιώνοντας ότι η νεανική ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο επίμονες παθογένειες της ελληνικής αγοράς εργασίας. Στις ηλικίες 25-74 ετών, η ανεργία περιορίστηκε στο 7,3% από 9,1%, εξέλιξη που συνδέεται με την ενίσχυση της απασχόλησης σε κλάδους όπως οι υπηρεσίες, ο τουρισμός και τμήμα της μεταποίησης.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι μιας αγοράς εργασίας που βελτιώνεται ποσοτικά, αλλά εξακολουθεί να απαιτεί στοχευμένες πολιτικές για τους νέους, τις γυναίκες και τα άτομα που παραμένουν εκτός εργατικού δυναμικού, ώστε η μείωση της ανεργίας να αποκτήσει πιο στέρεα, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Σχόλιο
: Η πτώση της ανεργίας στο 7,7% είναι θετική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της ως ένδειξη βιώσιμης σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το έμφυλο και ηλικιακό χάσμα, καθώς και ο μεγάλος αριθμός ατόμων εκτός εργατικού δυναμικού, δείχνουν ότι απαιτούνται πιο στοχευμένες πολιτικές κατάρτισης, ενεργητικές δράσεις απασχόλησης και κίνητρα για σταθερές, ποιοτικές θέσεις εργασίας, ώστε η βελτίωση να μην αποδειχθεί συγκυριακή.






