Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών προειδοποιεί για νέα σφοδρά πλήγματα κατά του Ιράν, καθώς κλιμακώνεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε το Σάββατο ότι το Ιράν θα δεχθεί «πολύ σκληρό χτύπημα» αργότερα μέσα στην ημέρα, εντείνοντας την ένταση στη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ ανέφερε ότι βρίσκονται «υπό σοβαρή εξέταση» νέα πλήγματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν «πλήρη καταστροφή και βέβαιο θάνατο».
Ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε επίσης ότι ενδέχεται να στοχοποιηθούν νέες περιοχές και ομάδες ανθρώπων, επικαλούμενος αυτό που χαρακτήρισε «κακή συμπεριφορά» της Τεχεράνης.
Δηλώσεις μετά την απολογία του Ιράν προς τις γειτονικές χώρες
Η δήλωση Τραμπ έγινε λίγες ώρες μετά από τοποθέτηση του προέδρου του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος απευθύνθηκε προς τις χώρες της περιοχής.
Ο Ιρανός πρόεδρος φέρεται να ζήτησε συγγνώμη από γειτονικά κράτη, δηλώνοντας ότι η Τεχεράνη δεν θα στοχεύει πλέον γειτονικές χώρες, εκτός εάν επιθέσεις εναντίον του Ιράν προέρχονται από το έδαφός τους.
Η δήλωση αυτή θεωρείται προσπάθεια της Τεχεράνης να μειώσει την ένταση με τα κράτη του Περσικού Κόλπου.
Ο Τραμπ αποδίδει την κίνηση στην πίεση των επιθέσεων
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η στάση του Ιράν είναι αποτέλεσμα των συνεχών στρατιωτικών επιθέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.
Στην ίδια ανάρτηση, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι το Ιράν «έχασε» απέναντι στα κράτη της περιοχής για πρώτη φορά εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται και οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις.
Αυξανόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή
Η κλιμάκωση των δηλώσεων και των στρατιωτικών κινήσεων αυξάνει τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.
Τα τελευταία 24ωρα έχουν αναφερθεί επιθέσεις με πυραύλους και drones σε χώρες του Κόλπου, ενώ η ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη λόγω των εξελίξεων.
Η περιοχή αποτελεί κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια αγορά ενέργειας, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Οι επόμενες κινήσεις των εμπλεκόμενων πλευρών αναμένεται να καθορίσουν εάν η σύγκρουση θα περιοριστεί ή θα επεκταθεί σε ευρύτερη κλίμακα.







