Μια νέα, εξαιρετικά ευαίσθητη δικαστική σύγκρουση ανοίγει στις Βρυξέλλες και αφορά όχι μόνο δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά και την ίδια την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού μοντέλου κοινών προμηθειών. Η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Ρουμανία βρίσκονται αντιμέτωπες με την Pfizer και τη BioNTech για τις συμβάσεις αγοράς εμβολίων κατά της COVID-19 που υπεγράφησαν στο αποκορύφωμα της πανδημίας, αλλά στη συνέχεια αμφισβητήθηκαν όταν οι ανάγκες των χωρών μειώθηκαν δραστικά.
Οι υποθέσεις εκδικάζονται ενώπιον του Πρωτοδικείου των Βρυξελλών και αναμένεται να λειτουργήσουν ως test case για το αν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν νομικά δεσμευμένα να πληρώσουν για δόσεις που τελικά δεν χρειάζονται. Για την Πολωνία και τη Ρουμανία αναμένεται απόφαση μέχρι το τέλος Μαρτίου, ενώ η Ουγγαρία έχει προγραμματισμένη ακροαματική διαδικασία στα μέσα Απριλίου.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο. Δεν πρόκειται μόνο για ένα εμπορικό dispute ανάμεσα σε κυβερνήσεις και μια φαρμακευτική εταιρεία. Πρόκειται για σύγκρουση που αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο λειτούργησε η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Το πρόγραμμα κοινής προμήθειας εμβολίων παρουσιάστηκε τότε ως στρατηγική επιτυχία, με στόχο να εξασφαλίσει ταχεία και ισότιμη πρόσβαση των κρατών-μελών στις απαραίτητες δόσεις. Σήμερα, όμως, το ίδιο μοντέλο επιστρέφει ως νομικό και πολιτικό boomerang.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε διαπραγματευθεί το 2021 το μεγάλο πλαίσιο συμφωνίας με την Pfizer και τη BioNTech, σε μια φάση όπου η πανδημία εξακολουθούσε να θεωρείται ανοιχτή απειλή και κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει με βεβαιότητα τη διάρκειά της ή τις μελλοντικές ανάγκες. Το βασικό επιχείρημα των ευρωπαϊκών θεσμών παραμένει ότι εκείνη τη χρονική στιγμή οι αποφάσεις ελήφθησαν σε περιβάλλον ακραίας αβεβαιότητας. Οι χώρες, υποστηρίζουν οι Βρυξέλλες, είχαν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τους όρους και να επιλέξουν αν θα συμμετάσχουν ή όχι.
Εδώ, όμως, αρχίζει η πολιτική τριβή. Οι επικριτές του deal λένε ότι οι όροι του δεν ήταν αρκετά διαφανείς και ότι επέβαλαν δεσμευτικές υποχρεώσεις ακόμη και όταν οι υγειονομικές ανάγκες κατέρρευσαν. Το αποτέλεσμα ήταν εκατομμύρια ανεπιθύμητες δόσεις, οικονομικές υποχρεώσεις που έμειναν ανοιχτές και κυβερνήσεις που σήμερα καλούνται να πληρώσουν για προϊόντα που δεν παρέλαβαν ή δεν ήθελαν πλέον να παραλάβουν.
Η περίπτωση της Πολωνίας είναι η πιο βαριά σε καθαρό δημοσιονομικό αποτύπωμα. Η Βαρσοβία σταμάτησε να παραλαμβάνει εμβόλια το 2022, επικαλούμενη πλεονάζοντα αποθέματα και κατάρρευση της ζήτησης, ενώ στη συνέχεια επικαλέστηκε και force majeure σε σχέση με τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία. Η Pfizer, ωστόσο, ζητά περίπου 1,4 δισ. ευρώ, συν τόκους, για περίπου 60 εκατομμύρια δόσεις που δεν παραδόθηκαν. Το πρόβλημα για την Πολωνία δεν είναι μόνο νομικό αλλά και καθαρά δημοσιονομικό, καθώς τα κονδύλια που κάποτε είχαν προβλεφθεί για μια πιθανή πληρωμή έχουν πλέον διοχετευθεί αλλού, κυρίως σε ανάγκες του συστήματος υγείας. Αν η χώρα χάσει, θα βρεθεί μπροστά σε νέο, βαρύ λογαριασμό σε περίοδο δημοσιονομικής πίεσης.
Η Ρουμανία αντιμετωπίζει επίσης σοβαρό άνοιγμα. Η διαφορά αφορά περίπου 28 εκατομμύρια πλεονάζουσες δόσεις, συνολικής αξίας περίπου 615 εκατ. ευρώ. Η νομική γραμμή του Βουκουρεστίου δείχνει να στηρίζεται στο επιχείρημα ότι οι συμβάσεις πρέπει να ερμηνευθούν όχι μηχανιστικά αλλά υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου ευρωπαϊκού και συμβατικού δικαίου και υπό το φως των πραγματικών υγειονομικών αναγκών που άλλαξαν ριζικά. Με απλά λόγια, η ρουμανική πλευρά λέει ότι δεν μπορεί να ζητάς από ένα κράτος να πληρώνει σαν να βρισκόμαστε ακόμα στο 2021, όταν το 2022 και το 2023 η πραγματικότητα είχε ήδη αλλάξει.
Η Ουγγαρία κινείται στην ίδια κατεύθυνση, αλλά με μικρότερο μέγεθος έκθεσης. Είχε παραγγείλει περίπου 2 εκατομμύρια δόσεις το 2021 σε τιμή γύρω στα 19,5 ευρώ ανά δόση, ενώ ακολούθησαν και πρόσθετες παραγγελίες. Στη συνέχεια επιχείρησε να καθυστερήσει παραδόσεις και αρνήθηκε πληρωμή, επικαλούμενη την οικονομική και κοινωνική πίεση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η Pfizer ζητά περίπου 60 εκατ. ευρώ πλέον τόκων. Μπορεί το ποσό να είναι μικρότερο από την πολωνική περίπτωση, αλλά πολιτικά η υπόθεση έχει μεγάλο βάρος, καθώς αφορά ευθέως το κατά πόσο τα κράτη μπορούν να αμφισβητήσουν εκ των υστέρων το κοινό ευρωπαϊκό procurement.
Από τη δική της πλευρά, η Pfizer υποστηρίζει ότι οι συμβάσεις είναι δεσμευτικές και πρέπει να τηρηθούν. Η φαρμακευτική γραμμή είναι απλή: οι δεσμεύσεις που ελήφθησαν σε μια περίοδο ακραίας κρίσης δεν μπορούν να ακυρώνονται εκ των υστέρων επειδή το πολιτικό ή δημοσιονομικό περιβάλλον άλλαξε. Η εταιρεία προβάλλει επίσης ότι η ίδια ανέλαβε τεράστιες υποχρεώσεις παραγωγής, επένδυσης και ευρωπαϊκής εφοδιαστικής ασφάλειας σε μια στιγμή που όλοι ζητούσαν ταχύτητα, όγκο και βεβαιότητα. Συνεπώς, θεωρεί ότι δεν μπορεί να μετατραπεί σε απορροφητή πολιτικού κόστους για κυβερνήσεις που σήμερα δεν θέλουν να εξηγήσουν στους πολίτες γιατί υπέγραψαν τότε ό,τι υπέγραψαν.
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η μάχη αυτή είναι ταυτόχρονα νομική, οικονομική και θεσμική. Αν τα δικαστήρια δικαιώσουν πλήρως την Pfizer, θα σταλεί μήνυμα ότι τα κράτη-μέλη δεσμεύονται αυστηρά από τις ευρωπαϊκές συμβάσεις, ακόμη και όταν οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί δραστικά. Αν, αντίθετα, βρουν χώρο υπέρ των κυβερνήσεων, τότε θα ανοίξει σοβαρή συζήτηση για το πόσο ευέλικτο –ή άκαμπτο– είναι το ευρωπαϊκό πλαίσιο κοινών προμηθειών σε περιόδους έκτακτης ανάγκης.
Το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης είναι ίσως ακόμη πιο ευαίσθητο. Στο background υπάρχει και η σκιά του λεγόμενου “Pfizergate”, δηλαδή της πολυετούς συζήτησης για τη διαφάνεια των διαπραγματεύσεων και ειδικά για την εμπλοκή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στη διαδικασία. Η κοινή γνώμη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν βλέπει την υπόθεση ως τεχνικό contractual dispute. Τη βλέπει ως συνέχεια ενός μεγαλύτερου ερωτήματος: ποιος αποφάσισε, με ποια διαφάνεια και με ποιον βαθμό πολιτικής λογοδοσίας, να κλειδώσει τόσο μεγάλες οικονομικές δεσμεύσεις;
Και εκεί ακριβώς αρχίζει το institutional risk. Διότι αν η υπόθεση εξελιχθεί σε ευρύτερο precedent, δεν θα επηρεάσει μόνο τις σχέσεις κρατών και φαρμακευτικών. Θα επηρεάσει τη μελλοντική διάθεση των κρατών-μελών να παραχωρούν τόσο μεγάλο βαθμό διαπραγματευτικής εξουσίας στην Κομισιόν σε επόμενες υγειονομικές ή άλλες έκτακτες κρίσεις.
Με απλά λόγια, το δικαστήριο των Βρυξελλών δεν θα κρίνει μόνο αν πρέπει να πληρωθούν εμβόλια. Θα κρίνει πόσο σκληρά δεσμεύει ένα ευρωπαϊκό κοινό συμβόλαιο όταν η πολιτική πραγματικότητα έχει ήδη αλλάξει.
SBC Σχόλιο
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο η Pfizer.
Είναι το μοντέλο.
Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση αγοράζει κεντρικά για όλους, κερδίζει διαπραγματευτική ισχύ. Αλλά αν οι όροι είναι άκαμπτοι και η πολιτική λογοδοσία θολή, τότε το κοινό procurement από asset γίνεται liability.
Η πραγματική δίκη δεν είναι μόνο για τα εμβόλια.
Είναι για το ποιος πληρώνει το κόστος των αποφάσεων της πανδημίας όταν τελειώσει η έκτακτη ανάγκη.







