Η Ουάσιγκτον παγώνει μέρος των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο για να απορροφήσει το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο. Η κίνηση πυροδοτεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε μια αιφνιδιαστική, αλλά απολύτως ενδεικτική της πίεσης στις αγορές ενέργειας, κίνηση: ανακοίνωσε προσωρινή άρση μέρους των κυρώσεων στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, επιτρέποντας την πώληση φορτίων που βρίσκονται ήδη εν πλω. Η απόφαση έρχεται σε μια στιγμή όπου η τιμή του πετρελαίου έχει ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν και την κλιμάκωση στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Η απόφαση Μπέσεντ και η στόχευση στις αγορές
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον χορηγεί βραχυπρόθεσμη άδεια για την πώληση περίπου 140 εκατ. βαρελιών ιρανικού πετρελαίου που βρίσκονται ήδη σε μεταφορά. Η γενική άδεια, διάρκειας 30 ημερών, εκδόθηκε από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και συνιστά μερική αναδίπλωση από τη μακρόχρονη πολιτική «μέγιστης πίεσης» στην Τεχεράνη.
Ο ίδιος περιέγραψε την κίνηση με χαρακτηριστικό τρόπο: «Στην ουσία, θα χρησιμοποιήσουμε τα ιρανικά βαρέλια εναντίον της Τεχεράνης για να συγκρατήσουμε την τιμή, καθώς συνεχίζεται η Επιχείρηση Epic Fury». Το μήνυμα είναι διπλό: αφενός επιχειρείται η αποκλιμάκωση της εκτόξευσης των τιμών καυσίμων που πλήττει τους Αμερικανούς καταναλωτές, αφετέρου η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα σκληρής στάσης απέναντι στο ιρανικό καθεστώς.
Παρά τη χαλάρωση, ο Μπέσεντ επέμεινε ότι το Ιράν θα έχει «δυσκολία να αποκτήσει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έσοδο» από τις πωλήσεις, υπογραμμίζοντας ότι οι περιορισμοί στη διασύνδεση της Τεχεράνης με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένουν. Πρόκειται ουσιαστικά για μια τεχνική χρήση των ήδη φορτωμένων ποσοτήτων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς στην αγορά χωρίς να αναγνωριστεί πολιτικά ότι υποχωρεί η γραμμή των κυρώσεων.
Πόλεμος, Στενό του Ορμούζ και πολιτικό κόστος
Η κίνηση εντάσσεται στο πλαίσιο του νέου πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, ο οποίος έχει ήδη σοβαρές επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια. Ισραηλινά πλήγματα σε μεγάλο υπεράκτιο κοίτασμα φυσικού αερίου του Ιράν και το κλείσιμο από την Τεχεράνη του Στενού του Ορμούζ – κρίσιμου διαύλου από τον οποίο διέρχεται σημαντικό τμήμα του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου – έχουν επιτείνει την αναταραχή. Η εκτόξευση των διεθνών τιμών πετρελαίου μεταφράζεται ήδη σε ακριβότερη βενζίνη στις αντλίες των ΗΠΑ, με άμεσο πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε ότι είχε επίγνωση του κινδύνου εκτίναξης των τιμών πριν από την κλιμάκωση με το Ιράν, σημειώνοντας ωστόσο ότι «περίμενε τα πράγματα χειρότερα» και ότι οι τιμές δεν έχουν ανέβει όσο φοβόταν. Ο υπουργός Οικονομικών συνδέει την απόφαση με το επιχείρημα ότι «οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμη διαταραχή τώρα θα μεταφραστεί σε μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη για τους Αμερικανούς – γιατί δεν υπάρχει ευημερία χωρίς ασφάλεια».
Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, ωστόσο, η κίνηση δέχεται σφοδρή κριτική. Η Δημοκρατική γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, κορυφαίο στέλεχος στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, έκανε λόγο για «οικονομική σωσίβια λέμβο» προς την ιρανική κυβέρνηση, τη στιγμή που οι Αμερικανοί «συνεχίζουν να αισθάνονται τις συνέπειες» του πολέμου. Κατηγόρησε μάλιστα τον πρόεδρο ότι στερείται συνολικού σχεδίου για την κρίση.
Για τις διεθνείς αγορές –και κατ’ επέκταση για εισαγωγικές οικονομίες όπως η ελληνική– η προσωρινή αύξηση της προσφοράς ιρανικού πετρελαίου μπορεί να λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, χωρίς όμως να αίρει τη θεμελιώδη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Όσο το Στενό του Ορμούζ παραμένει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, η μεταβλητότητα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα συνεχίσει να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον πληθωρισμό και την ενεργειακή στρατηγική της Ευρώπης.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον επιχειρεί ένα εξαιρετικά λεπτό ισοζύγιο: να χρησιμοποιήσει το ίδιο το ιρανικό πετρέλαιο για να περιορίσει το ενεργειακό σοκ που η ίδια συνέβαλε να δημιουργηθεί, χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τη γραμμή σκληρών κυρώσεων. Η κίνηση είναι τακτικά έξυπνη αλλά πολιτικά εύθραυστη, καθώς εκθέτει την εσωτερική αντίφαση μιας στρατηγικής που υπόσχεται ταυτόχρονα «μέγιστη πίεση» και χαμηλές τιμές καυσίμων. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: η εξάρτηση από γεωπολιτικά ευάλωτες οδούς ενέργειας μεταφράζεται σε διαρκή κίνδυνο τιμολογιακών σοκ και καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη διαφοροποίηση πηγών και διαδρόμων εφοδιασμού.






