Καμπότζη: Η κατάρρευση της Prince Group αποκαλύπτει κράτος σε ομηρία

Η θεαματική πτώση του ομίλου Prince και του ιδρυτή του Τσεν Τζι αναδεικνύει το βάθος διαπλοκής μεταξύ εγκλήματος και πολιτικής στην Καμπότζη. Οι κατηγορίες για βιομηχανικής κλίμακας απάτες θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της κυβερνητικής καταστολής.

Η υπόθεση της Prince Group στην Καμπότζη εξελίσσεται σε εμβληματικό παράδειγμα του πώς ένα «οικονομικό θαύμα» μπορεί να αποδειχθεί βιτρίνα για βιομηχανικής κλίμακας εγκληματική δραστηριότητα. Η σύλληψη και έκδοση στην Κίνα του ιδρυτή της, του 38χρονου Κινέζου επιχειρηματία Τσεν Τζι, και οι βαριές κατηγορίες των αμερικανικών αρχών για πολυδισεκατομμυριούχες απάτες, απογυμνώνουν ένα μοντέλο ανάπτυξης που φέρεται να στηρίχθηκε στην εκμετάλλευση, το ξέπλυμα χρήματος και την πολιτική προστασία.

Από την κερδοσκοπική άνθηση στην εξάρθρωση

Ο Τσεν, ο οποίος απέκτησε καμποτζιανή υπηκοότητα το 2014, ίδρυσε την Prince Group το 2015, επενδύοντας επιθετικά στην παραλιακή Σιχανούκβιλ, την πόλη-σύμβολο της κινεζικής επέλασης στην Καμπότζη. Καζίνο, ουρανοξύστες και μεγαλεπήβολα projects, όπως μια «οικολογική πόλη» αξίας 16 δισ. δολαρίων στη θαλάσσια περιοχή Bay of Lights, παρουσίαζαν την εικόνα ενός δυναμικού ομίλου που οδηγεί την ανάπτυξη.

Σύμφωνα όμως με αμερικανικό κατηγορητήριο, πίσω από τα real estate και τις «νόμιμες» δραστηριότητες κρυβόταν ένα δίκτυο παράνομων επιχειρήσεων και scam compounds – κλειστών συγκροτημάτων όπου αλλοδαποί εργαζόμενοι, συχνά θύματα εμπορίας ανθρώπων, εξαναγκάζονταν να εκτελούν διαδικτυακές απάτες, με στόχο θύματα σε όλο τον κόσμο. Οι αμερικανικές αρχές μιλούν για μία από τις μεγαλύτερες διασυνοριακές εγκληματικές οργανώσεις στην Ασία, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ανακοίνωσε τη δέσμευση 15 δισ. δολαρίων σε bitcoin, τη μεγαλύτερη κατάσχεση στην ιστορία του.

Παράλληλα, Σιγκαπούρη και Ταϊβάν έχουν δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, που φέρονται να συνδέονται με τον όμιλο. Η βρετανική κυβέρνηση αναφέρει ότι ακίνητα υψηλού προφίλ στο Λονδίνο, που ανήκαν σε δίκτυο συνδεδεμένο με τον Τσεν, έχουν κατασχεθεί.

Πολιτικές διασυνδέσεις και «συνεταιρισμένο» κράτος

Το στοιχείο που ανησυχεί περισσότερο διεθνείς παρατηρητές είναι το βάθος της φερόμενης διαπλοκής με την πολιτική ελίτ της Καμπότζης. Ο Τσεν δεν ήταν απλώς ένας πλούσιος επενδυτής. Το 2020 διορίστηκε επίσημος σύμβουλος του ιστορικού ηγέτη Χουν Σεν και του νυν πρωθυπουργού Χουν Μαเนτ, ενώ τιμήθηκε με τον τίτλο «Neak Oknha» – διάκριση που απονέμεται σε όσους προσφέρουν τουλάχιστον 500.000 δολάρια στο κράτος.

Η φιλανθρωπική πτέρυγα του ομίλου, Prince Foundation, ενίσχυσε την εικόνα κοινωνικής υπευθυνότητας, με δωρεές σε πλημμυροπαθείς, υποτροφίες και συνεισφορά 3 εκατ. δολαρίων για αγορά εμβολίων κατά την πανδημία. Ακόμη και οι ηγέτες της ASEAN έλαβαν πολυτελή συλλεκτικά ρολόγια, σχεδιασμένα σε σχολή ωρολογοποιίας που ίδρυσε ο όμιλος, ενισχύοντας το διεθνές κύρος της Πνομ Πενχ.

Όμως αναλυτές, όπως ο Jason Tower του Global Initiative Against Transnational Organized Crime, υποστηρίζουν ότι ο Τσεν «συνεταιρίστηκε με ολόκληρο το σύστημα», αξιοποιώντας τη διαφθορά και την ευκολία απόκτησης υπηκοότητας για να χτίσει ένα καθεστώς αμοιβαίας εξάρτησης. Εκτιμήσεις που επικαλείται αμερικανικό think tank αναφέρουν ότι η βιομηχανία των scams μπορεί να αντιστοιχεί σχεδόν στο 50% του επίσημου ΑΕΠ της χώρας – στοιχείο που εξηγεί γιατί η πραγματική βούληση εξάρθρωσής της τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Επιχείρηση καταστολής ή ανακύκλωση ενός μοντέλου;

Υπό την πίεση ΗΠΑ, Κίνας και άλλων χωρών, η κυβέρνηση της Καμπότζης υπόσχεται να εξαλείψει τα scam centres έως τον Απρίλιο. Ανακοινώνει ότι από τον Ιούλιο του 2025 έχουν κλείσει 200 τοποθεσίες, ότι 173 «αρχηγοί εγκληματικών δικτύων» έχουν συλληφθεί και 11.000 εργαζόμενοι έχουν απελαθεί. Ωστόσο, δεν δίνονται λεπτομέρειες για τα ονόματα των δομών, ενώ πέραν του Τσεν δεν έχει διωχθεί άλλο υψηλόβαθμο στέλεχος της Prince Group, ούτε κάποιος κρατικός αξιωματούχος, παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες για συνενοχή.

Μαρτυρίες εργαζομένων που απελευθερώθηκαν από compounds περιγράφουν αποχώρηση χωρίς παρουσία αστυνομίας, με εργοδότες να δίνουν εντολή «πάρτε τα τηλέφωνά σας και φύγετε», αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους χωρίς έγγραφα και χρήματα να κοιμούνται στους δρόμους και έξω από πρεσβείες. Η Amnesty International και η ετήσια Έκθεση των ΗΠΑ για την Εμπορία Ανθρώπων καταγράφουν ότι οι δεσμοί μεταξύ αξιωματούχων και scam κέντρων εμποδίζουν την επιβολή του νόμου.

Παρά τις εικόνες κλειστών συγκροτημάτων στη Σιχανούκβιλ, δημοσιογραφικές αυτοψίες σε άλλες πόλεις, όπως η Ποϊπέτ στα σύνορα με την Ταϊλάνδη, δείχνουν δομές να λειτουργούν κανονικά. Ειδικοί στον κυβερνοέγκλημα εκτιμούν ότι πρόκειται για βιομηχανία της τάξης των 100 δισ. δολαρίων ετησίως στη νοτιοανατολική Ασία, που ξεπερνά ακόμη και το εμπόριο συνθετικών ναρκωτικών. Ακόμη κι αν η Prince Group, με τη σημερινή της μορφή, διαλυθεί, το κενό στην αγορά δημιουργεί ισχυρό κίνητρο για νέους «παίκτες».

Η κυβέρνηση της Καμπότζης επιμένει ότι αγνοούσε τις παράνομες δραστηριότητες του Τσεν, τον οποίο ο Χουν Μανετ περιέγραψε ως «απλό επιχειρηματία που συνέβαλε στην οικονομία». Η ανάκληση της υπηκοότητάς του ως «παράτυπα αποκτηθείσας» παρουσιάζεται ως απόδειξη προσήλωσης στο κράτος δικαίου. Ωστόσο, με δεδομένο το εύρος των καταγγελιών, το ερώτημα παραμένει: πρόκειται για πραγματική ρήξη με ένα εγκληματογενές μοντέλο ανάπτυξης ή για μια ελεγχόμενη θυσία, ώστε το σύστημα να συνεχίσει να λειτουργεί με νέους πρωταγωνιστές;

Σχόλιο SBCTV : Η υπόθεση Prince Group είναι καμπανάκι για όλες τις αναδυόμενες οικονομίες που επενδύουν άκριτα σε «εύκολο» ξένο χρήμα: όταν η ανάπτυξη δομείται πάνω σε διαφθορά, αδιαφάνεια και εξάρτηση από αδιαφανή κεφάλαια, το τίμημα δεν είναι μόνο η διεθνής δυσφήμηση, αλλά και η βαθιά ομηρία του ίδιου του κράτους από τα εγκληματικά δίκτυα.

#Καμπότζη #PrinceGroup #Διαφθορά #Απάτες #Ασία

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.