Ο πόλεμος στο Ιράν εκτοξεύει τιμές ενέργειας και τροφίμων, αποκαλύπτοντας τη δομική ευαλωτότητα του βρετανικού μοντέλου. Η απάντηση περνά από βαθιά μεταρρύθμιση αγοράς ενέργειας και επιτάχυνση των ΑΠΕ.
Το Ηνωμένο Βασίλειο βιώνει ένα κλασικό σοκ ορυκτών καυσίμων, με τον πόλεμο στο Ιράν να συμπιέζει τις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου και LNG και να εκτοξεύει το ενεργειακό και διατροφικό κόστος. Η κατάσταση θυμίζει τη δεκαετία του 1970, όταν η ενεργειακή κρίση ανάγκασε τη χώρα να στραφεί στη Βόρεια Θάλασσα και να μετατραπεί προσωρινά σε καθαρό εξαγωγέα ενέργειας. Σήμερα όμως, η επανάληψη του ίδιου μοντέλου δεν είναι ούτε τεχνικά ούτε κλιματικά βιώσιμη.
Εισαγόμενο σοκ, πληθωρισμός και όρια του ορυκτού μοντέλου
Η μείωση της παγκόσμιας προσφοράς κατά περίπου 10 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα και η διαταραχή στο ένα πέμπτο του διεθνούς εμπορίου LNG πλήττουν δυσανάλογα μια χώρα που εξαρτάται από τις εισαγωγές φυσικού αερίου. Οι αγορές ήδη προεξοφλούν άνοδο επιτοκίων, ενώ το κόστος κρατικού δανεισμού κινείται σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την κρίση του 2008. Παράλληλα, ο πληθωρισμός τροφίμων, που βρισκόταν στο 3,3% τον Φεβρουάριο, αναμένεται να επιταχυνθεί τους επόμενους μήνες, καθώς η άνοδος της ενέργειας περνά στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Τα στοιχεία που επικαλείται ο αρθρογράφος είναι αποκαλυπτικά: οι εκατοντάδες άδειες εξόρυξης στη Βόρεια Θάλασσα από το 2010 απέφεραν μόλις 36 ημέρες επιπλέον αερίου για την εγχώρια αγορά. Παρά ταύτα, ενεργειακοί κολοσσοί όπως BP και Shell επανέρχονται επιθετικά σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, εστιάζοντας σε βραχυπρόθεσμη απόδοση προς τους μετόχους μέσω επαναγορών ιδίων μετοχών, αντί για επιτάχυνση της μετάβασης. Η αντίφαση είναι σαφής: όσο πιο βαθιά παραμένει η οικονομία στο ορυκτό μοντέλο, τόσο πιο ευάλωτη γίνεται σε γεωπολιτικές κρίσεις.
Μεταρρύθμιση αγοράς ενέργειας και κοινωνικές δικλίδες ασφαλείας
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης είναι η ανάγκη να πάψει το φυσικό αέριο να καθορίζει την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για όλες τις τεχνολογίες. Καθώς το μερίδιο των ΑΠΕ αυξάνεται, ο ρόλος του αερίου μετατρέπεται σε εφεδρικό – και άρα θα πρέπει να αμείβεται με ρυθμιζόμενη, σταθερή τιμή, έξω από την ακραία μεταβλητότητα της χονδρεμπορικής αγοράς. Μελέτες του University College London προτείνουν σχήματα σταθερής αποζημίωσης για τις μονάδες αερίου, ώστε να μειωθεί η έκθεση των καταναλωτών στα διεθνή σοκ.
Παράλληλα, προτείνεται μια «εγγύηση βασικής ενέργειας» για τα νοικοκυριά: ένα ελάχιστο μπάντζετ κιλοβατωρών σε σταθερή, χαμηλή τιμή, με την αγορά να λειτουργεί μόνο για την επιπλέον κατανάλωση. Ανάλογα μοντέλα εφαρμόστηκαν σε Αυστρία, Ολλανδία και Πολωνία μετά το 2022, σε αντίθεση με τη βρετανική επιλογή μιας οριζόντιας, δαπανηρής επιδότησης τιμών. Στο ίδιο πνεύμα, ο αρθρογράφος ζητά τη μεταφορά των χρεώσεων για κοινωνική και κλιματική πολιτική από τους λογαριασμούς ρεύματος στον κρατικό προϋπολογισμό, κάτι που, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, θα μείωνε τον ετήσιο λογαριασμό ενός μέσου νοικοκυριού πάνω από 100 λίρες.
ΑΠΕ, χρηματοδότηση και εγγυημένο «καλάθι τροφίμων»
Η μακροπρόθεσμη διέξοδος περιγράφεται ξεκάθαρα: μαζική στροφή σε αιολικά, φωτοβολταϊκά, αποθήκευση και ηλεκτροκίνηση. Η πρόσφατη ιστορική παραγωγή αιολικής ενέργειας στη Βρετανία περιόρισε ήδη την κατανάλωση αερίου, ενώ η ζήτηση για φωτοβολταϊκά, μπαταρίες και αντλίες θερμότητας εκτοξεύεται, καθώς τα νοικοκυριά αναζητούν ενεργειακή αυτονομία. Τα οικονομικά κίνητρα είναι ισχυρά: η φόρτιση ηλεκτρικού αυτοκινήτου με «έξυπνα» τιμολόγια εξοικονομεί πάνω από 1.000 λίρες ετησίως σε σχέση με τη βενζίνη, ενώ μια οικιακή φωτοβολταϊκή εγκατάσταση μπορεί να μειώσει τον λογαριασμό ρεύματος κατά περίπου 750 λίρες τον χρόνο.
Ωστόσο, το υψηλό αρχικό κόστος παραμένει εμπόδιο. Γι’ αυτό προτείνεται κρατικά εγγυημένο leasing για ηλεκτρικά οχήματα και άτοκα δάνεια ή συνδρομητικά σχήματα χρηματοδότησης για φωτοβολταϊκά, μπαταρίες και αντλίες θερμότητας. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, ο συντάκτης εισηγείται ένα «διπλό επιτόκιο»: ένα γενικό για την οικονομία και ένα χαμηλότερο, στοχευμένο για επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, δίκτυα και ηλεκτροποίηση της βιομηχανίας, στα πρότυπα της Κίνας και της Ιαπωνίας που ήδη εφαρμόζουν πράσινα χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω των κεντρικών τους τραπεζών.
Τέλος, η ενεργειακή κρίση συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια τροφίμων. Παρά το γεγονός ότι η Βρετανία παράγει πάνω από το 60% των τροφίμων που καταναλώνει, παραμένει εξαιρετικά εξαρτημένη από εισαγωγές σε βασικά προϊόντα (φρούτα, λαχανικά, ρύζι) και σε κρίσιμες εισροές όπως τα λιπάσματα. Ένα «εγγυημένο καλάθι βασικών τροφίμων» με σταθερές, χαμηλές τιμές και μακροχρόνιες συμβάσεις με εγχώριους παραγωγούς προτείνεται ως ανάχωμα σε μελλοντικά σοκ.
Σχόλιο
: Το βρετανικό παράδειγμα δείχνει πώς μια οικονομία που καθυστερεί στη μετάβαση παγιδεύεται ανάμεσα σε πληθωρισμό, ενεργειακή ανασφάλεια και πολιτικό κόστος. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επίσης εξαρτώνται από εισαγόμενα καύσιμα, το μήνυμα είναι σαφές: η επιτάχυνση των ΑΠΕ, η στοχευμένη ρύθμιση της αγοράς ενέργειας και η προστασία των ευάλωτων καταναλωτών δεν είναι «πράσινη πολυτέλεια», αλλά στρατηγική άμυνα απέναντι στα γεωπολιτικά σοκ που θα χαρακτηρίσουν τις επόμενες δεκαετίες.
#ΗνωμένοΒασίλειο #Ενέργεια #ΦυσικόΑέριο #ΑΠΕ #Πληθωρισμός #Ιράν #ΚόστοςΔιαβίωσης #ΠράσινηΜετάβαση






