Η κυβέρνηση Τραμπ κηρύσσει αντισυνταγματικό τον μετα-Γουότεργκεϊτ νόμο για τα προεδρικά αρχεία, πυροδοτώντας ανησυχίες για διαφάνεια και ιστορική μνήμη. Ιστορικοί και νομικοί προειδοποιούν για σοβαρές συνέπειες σε όλες τις μελλοντικές και παλαιές προεδρίες.
Μια ιδιαίτερα επιθετική γνωμοδότηση του Γραφείου Νομικού Συμβούλου (Office of Legal Counsel – OLC) του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, που κηρύσσει αντισυνταγματικό τον νόμο για τα προεδρικά αρχεία (Presidential Records Act – PRA) της εποχής Γουότεργκεϊτ, ανοίγει νέο μέτωπο για τη διαφάνεια και τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας στις ΗΠΑ. Η κίνηση, που εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, προκαλεί έντονη ανησυχία σε ιστορικούς, νομικούς και αρχειονόμους.
Τι αλλάζει με τη γνωμοδότηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης
Η 52σέλιδη γνωμοδότηση του βοηθού γενικού εισαγγελέα T. Elliot Gaiser αμφισβητεί ευθέως τον θεμελιώδη κανόνα που ίσχυε από το 1978: ότι τα προεδρικά αρχεία αποτελούν ομοσπονδιακή, και όχι προσωπική, περιουσία. Στην πράξη, επιχειρεί να δώσει στον Τραμπ τη νομική βάση για να καταστρέψει αρχεία του Λευκού Οίκου από την τρέχουσα θητεία του και να αρνηθεί την παράδοση όσων απομένουν στην Εθνική Υπηρεσία Αρχείων (NARA) όταν αποχωρήσει από το αξίωμα το 2029.
Δεδομένου ότι οι γνωμοδοτήσεις του OLC αντιμετωπίζονται στην Ουάσιγκτον ως δεσμευτικές για την εκτελεστική εξουσία, το μέχρι σήμερα πλαίσιο λειτουργίας των αρχείων τίθεται σε αμφισβήτηση. Ο πρώην διευθυντής δικαστικών υποθέσεων των Αρχείων, Jason R. Baron, προειδοποιεί ότι αν η κυβέρνηση επιχειρήσει να εφαρμόσει αναδρομικά την άποψη αυτή, η NARA μπορεί να υποχρεωθεί να θεωρήσει ότι τα αρχεία προηγούμενων προεδριών είναι «προσωπικά» και ότι τα δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιβάλλουν πρόσβαση σε αυτά.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο: πάνω από 700 εκατομμύρια emails του Λευκού Οίκου και αναρίθμητα έγγραφα που έχουν συγκεντρωθεί από την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν και μετά, θα μπορούσαν να βρεθούν εκτός δημόσιου ελέγχου.
Άμεσες επιπτώσεις σε έρευνα, διαφάνεια και εκκρεμείς δίκες
Η γνωμοδότηση εκδόθηκε τη στιγμή που περισσότερες από 78.000 σελίδες εγγράφων από την εποχή του Μπιλ Κλίντον επρόκειτο να δημοσιοποιηθούν, καλύπτοντας μεταξύ άλλων δικαστικούς διορισμούς, επενδυτικούς ελέγχους, τον πόλεμο στη Βοσνία και υποθέσεις υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος. Αν και η συγκεκριμένη δέσμη τελικά δόθηκε στο κοινό, παραμένει άγνωστο αν θα συνεχιστούν οι επόμενες προγραμματισμένες αποδεσμεύσεις εγγράφων και αν η NARA θα εξακολουθήσει να δέχεται αιτήματα πρόσβασης για προεδρικά αρχεία από την εποχή Ρίγκαν και μετά.
Παράλληλα, η γνωμοδότηση απειλεί να ανατρέψει σε εξέλιξη δικαστικές υποθέσεις που αφορούν αρχεία της κυβέρνησης Ομπάμα και της πρώτης θητείας Τραμπ, καθώς και αγωγές για έγγραφα τα οποία ο Τραμπ φέρεται να μετέφερε στο Μαρ-α-Λάγκο. Ο δικηγόρος Kelly McClanahan, που χειρίζεται αρκετές από αυτές τις υποθέσεις, κάνει λόγο για «χονδροειδή διαστρέβλωση» όχι μόνο του νόμου αλλά και της ίδιας της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, εκφράζοντας φόβους ότι η κυβέρνηση μπορεί να ξεκινήσει άμεσα την καταστροφή κρίσιμων εγγράφων.
Θεσμικές ανησυχίες και πολιτικός αντίκτυπος
Η γνωμοδότηση δεν περιορίζεται σε ερμηνεία της νομολογίας, αλλά χαρακτηρίζει «λανθασμένη» ακόμη και απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τα αρχεία του Ρίτσαρντ Νίξον – μια στάση που, όπως επισημαίνουν πρώην αξιωματούχοι του OLC, προκαλεί αναπόφευκτα αντιδράσεις. Για τους ιστορικούς, η εξέλιξη αυτή ανατρέπει την ισορροπία που είχε επιτευχθεί μετά το Γουότεργκεϊτ: μια περίοδος προστασίας της προεδρικής εμπιστευτικότητας, η οποία όμως οδηγεί σε σταδιακή δημόσια πρόσβαση.
Η Sarah Weicksel από την Αμερικανική Ιστορική Εταιρεία τονίζει ότι «η διατήρηση αυτών των αρχείων, παρελθόντων, παρόντων και μελλοντικών, είναι απολύτως κρίσιμη για τις δημοκρατικές διαδικασίες που στηρίζονται στην κατάλληλη δημόσια λογοδοσία». Υπογραμμίζει μάλιστα ότι φαίνεται να κυριαρχεί η λογική «δράση τώρα, αποτίμηση συνεπειών αργότερα» στην προσέγγιση της κυβέρνησης.
Για την αμερικανική δημοκρατία, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό αλλά βαθύτατα πολιτικό: χωρίς αξιόπιστη, θεσμικά κατοχυρωμένη ιστορική μνήμη, η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της εξουσίας αποδυναμώνεται. Η αναμενόμενη δικαστική μάχη γύρω από τον νόμο για τα προεδρικά αρχεία θα αποτελέσει, συνεπώς, κρίσιμο τεστ για τα όρια του προεδρικού προνομίου και τη βιωσιμότητα των μηχανισμών διαφάνειας στις ΗΠΑ.
Σχόλιο
: Η αμφισβήτηση του νόμου για τα προεδρικά αρχεία δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ· είναι προειδοποίηση για όλες τις δημοκρατίες ότι, χωρίς θεσμικά θωρακισμένη πρόσβαση στην ιστορική αλήθεια, η εκτελεστική εξουσία τείνει να αυτονομηθεί από κάθε έλεγχο, υπονομεύοντας την ίδια τη λογοδοσία και, τελικά, την εμπιστοσύνη των πολιτών.






