Ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι θα «έπαιρνε το πετρέλαιο» του Ιράν και απειλεί με πλήγματα σε πολιτικές υποδομές, την ώρα που η αμερικανική κοινή γνώμη στρέφεται κατά του πολέμου.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τη ρητορική του γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν, δηλώνοντας ότι, αν είχε την απόλυτη επιλογή, θα «κρατούσε το πετρέλαιο» της χώρας, αλλά υποχωρεί –προς το παρόν– επικαλούμενος την κόπωση της αμερικανικής κοινής γνώμης από τη σύγκρουση.
Η δήλωση για το «πετρέλαιο» και το μήνυμα προς το εσωτερικό
Μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της παραδοσιακής εκδήλωσης Easter Egg Roll στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ είπε: «Αν είχα την επιλογή, θα κρατούσα το πετρέλαιο. Αλλά θέλω επίσης να κάνω τον λαό της χώρας μας ευτυχισμένο». Υπογράμμισε ότι «δυστυχώς, ο αμερικανικός λαός θα ήθελε να μας δει να γυρίζουμε σπίτι», παραδεχόμενος έμμεσα τη φθίνουσα υποστήριξη προς τη στρατιωτική επιχείρηση που διανύει ήδη την έκτη εβδομάδα της.
Παράλληλα, χαρακτήρισε «ανόητους» τους Αμερικανούς που δεν υποστηρίζουν τον πόλεμο, επιχειρώντας να πολώσει το εσωτερικό ακροατήριο. Ο Τραμπ επικαλέστηκε τηλεοπτικό ρεπορτάζ που εμφάνιζε 100% στήριξη της επιχείρησης στο Ιράν μεταξύ των ψηφοφόρων του κινήματος MAGA, για να υποστηρίξει ότι έχει «πλήρη κάλυψη» από τη σκληρή του βάση.
Ωστόσο, πρόσφατη δημοσκόπηση Reuters/Ipsos δείχνει ότι τρεις στους τέσσερις Αμερικανούς αντιτίθενται στην αποστολή χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν, ενώ περισσότεροι από τους μισούς θεωρούν πως ο πόλεμος θα επηρεάσει αρνητικά την προσωπική τους οικονομική κατάσταση. Η αντίθεση αυτή περιορίζει τα περιθώρια κλιμάκωσης και καθιστά πολιτικά κοστοβόρα οποιαδήποτε μακράς διάρκειας εμπλοκή.
Απειλές για πολιτικές υποδομές και αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου
Ο Τραμπ υπερηφανεύτηκε ότι οι ΗΠΑ «έχουν αφανίσει μια πολύ ισχυρή χώρα σε 34 ημέρες», επιχειρώντας να παρουσιάσει τη σύγκρουση ως γρήγορη και αποφασιστική. Ταυτόχρονα, επανέλαβε τις απειλές του ότι θα πλήξει κρίσιμες πολιτικές υποδομές του Ιράν –γέφυρες, εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και «άλλα, χειρότερα»– εάν η Τεχεράνη δεν προχωρήσει σε επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μέχρι την προθεσμία που ο ίδιος έχει θέσει.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο βομβαρδισμού πολιτικών εργοστασίων ηλεκτροπαραγωγής και τις κατηγορίες περί ενδεχόμενων εγκλημάτων πολέμου, απάντησε ότι δεν ανησυχεί. Ανέτρεψε μάλιστα τη νομική και ηθική συζήτηση, λέγοντας ότι «έγκλημα πολέμου είναι να έχεις πυρηνικό όπλο» και ότι το πραγματικό έγκλημα είναι να «επιτρέπεις σε μια άρρωστη χώρα, με διεστραμμένη ηγεσία, να διαθέτει πυρηνικά».
Με τις δηλώσεις αυτές, ο Τραμπ επιχειρεί να δικαιολογήσει προληπτικά μια πιθανή κλιμάκωση κατά πολιτικών στόχων, μετατοπίζοντας το βάρος από τις υποχρεώσεις των ΗΠΑ στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο προς την υποτιθέμενη απειλή που συνιστά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ταυτόχρονα, αφήνει να εννοηθεί ότι βλέπει το ιρανικό πετρέλαιο όχι μόνο ως στρατηγικό διακύβευμα, αλλά και ως πιθανό οικονομικό «λάφυρο» που θα μπορούσε να φέρει «άφθονα χρήματα» στις ΗΠΑ.
Η σύγκρουση ανάμεσα στη σκληρή ρητορική του Λευκού Οίκου και την αυξανόμενη κόπωση της αμερικανικής κοινωνίας από έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή διαμορφώνει ένα εκρηκτικό πολιτικό μίγμα ενόψει της συνέχειας των επιχειρήσεων και των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων στις ΗΠΑ.
Σχόλιο
: Η ρητορική περί «λήψης του πετρελαίου» αποκαλύπτει την ωμή γεωοικονομική διάσταση της αμερικανικής στρατηγικής, αλλά συγκρούεται ευθέως με μια κοινωνία κουρασμένη από πολέμους και με το διεθνές δίκαιο. Αν ο Τραμπ επιχειρήσει να μετατρέψει το ιρανικό πετρέλαιο σε de facto πολεμική αποζημίωση, θα ανοίξει επικίνδυνο προηγούμενο που θα αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τις αγορές ενέργειας και θα οξύνει το αντι-αμερικανικό κλίμα διεθνώς.






