Νέα ευρωπαϊκή μελέτη καταδεικνύει ότι η πρόσβαση σε δέντρα και αστικό πράσινο εξελίσσεται σε ταξικό προνόμιο. Οι φτωχότεροι Ευρωπαίοι εκτίθενται σε περισσότερη ζέστη, ρύπανση και περιβαλλοντικό στρες.
Η πρόσβαση στη φύση μέσα στις ευρωπαϊκές πόλεις μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας, με καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά. Μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, που χαρτογράφησε τους αστικούς πράσινους χώρους σε 862 πόλεις, δείχνει ότι λιγότερο από το 15% των κατοίκων απολαμβάνει ουσιαστική πρόσβαση σε δέντρα, σκίαση και πάρκα.
Η «πράσινη διαίρεση» και το αποτύπωμα της ανισότητας
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, αναδεικνύει μια έντονη «πράσινη διαίρεση» ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς Ευρωπαίους. Τα νοικοκυριά με υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα κατοικούν πολύ συχνότερα σε γειτονιές με δεντροστοιχίες, πάρκα και ικανοποιητική σκίαση, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα συγκεντρώνονται σε περιοχές με τσιμέντο, ελάχιστο πράσινο και υψηλότερες θερμοκρασίες.
Η μελέτη συνδέει ευθέως την οικονομική ανισότητα με την έκθεση σε περιβαλλοντικούς κινδύνους: καύσωνες που εντείνονται λόγω της κλιματικής κρίσης, ατμοσφαιρική και ηχορύπανση. Στο πλαίσιο αυτό, τα δέντρα και οι αστικοί πράσινοι χώροι δεν είναι απλώς αισθητική αναβάθμιση, αλλά κρίσιμη «υποδομή ανθεκτικότητας» για τη δημόσια υγεία.
Χαρακτηριστικό είναι ότι πόλεις της πλουσιότερης βορειοδυτικής Ευρώπης, όπως το Ελσίνκι, το Μόναχο ή ακόμη και η Κρακοβία, εμφανίζουν πολύ υψηλότερα ποσοστά πληθυσμού με καλή πρόσβαση σε πράσινο. Αντίθετα, πόλεις του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Αθήνα, η Περπινιάν ή η Κόρδοβα, μένουν σημαντικά πίσω.
Το αποτυχημένο 3-30-300 και οι δεσμεύσεις της ΕΕ
Η Ευρώπη, σύμφωνα με τα ευρήματα, απέχει πολύ από την εφαρμογή της αρχής «3-30-300», ενός πλέον διαδεδομένου κανόνα στην πολεοδομία. Η αρχή προβλέπει ότι κάθε κάτοικος πρέπει να μπορεί να βλέπει τουλάχιστον τρία ώριμα δέντρα από το σπίτι του, να ζει σε γειτονιά όπου το 30% της επιφάνειας καλύπτεται από κόμη δέντρων και να βρίσκεται σε απόσταση έως 300 μέτρων από πάρκο, δάσος ή δημόσιο κήπο.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται κυρίως σε εύπορες περιοχές, διευρύνοντας την περιβαλλοντική και κοινωνική ανισότητα. Παρότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να αποτρέψουν μέχρι το 2030 την καθαρή απώλεια αστικού πρασίνου και να αυξήσουν σταδιακά τα δέντρα και τους πράσινους χώρους, οι ρυθμοί υλοποίησης παραμένουν αργοί και άνισοι.
Η μελέτη έρχεται να «δέσει» με άλλα ευρήματα ευρωπαϊκών οργανισμών που τεκμηριώνουν ότι οι πιο υποβαθμισμένες γειτονιές υποφέρουν από υψηλότερες θερμοκρασίες, χειρότερη ποιότητα αέρα και μεγαλύτερο θόρυβο. Στην πράξη, η κλιματική προσαρμογή κινδυνεύει να γίνει προνόμιο των ήδη προνομιούχων.
Σχόλιο
: Η μελέτη φωτίζει ένα κρίσιμο αλλά συχνά υποτιμημένο πεδίο κοινωνικής πολιτικής: το ποιος έχει δικαίωμα στη δροσιά, στη σκιά και στην ανάσα μέσα στην πόλη. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η κλιματική κρίση χτυπά με παρατεταμένους καύσωνες και η άναρχη δόμηση έχει «τσιμεντοποιήσει» ολόκληρες μητροπολιτικές ζώνες, η «πράσινη ανισότητα» μεταφράζεται σε μετρήσιμο υγειονομικό και οικονομικό κόστος. Η συζήτηση για το αστικό πράσινο δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε έργα βιτρίνας, αλλά πρέπει να ενταχθεί στον σκληρό πυρήνα της κοινωνικής και χωρικής δικαιοσύνης, με στοχευμένες παρεμβάσεις στις πιο ευάλωτες γειτονιές.






