Η Ινδία εγκατέλειψε αθόρυβα την προσπάθεια να φιλοξενήσει την COP33, ανατρέποντας τη δέσμευση Μόντι στο Ντουμπάι. Η κίνηση αποκαλύπτει αλλαγή στρατηγικής στο κλίμα και στις διεθνείς φιλοδοξίες του Νέου Δελχί.
Η απόφαση της Ινδίας να αποσύρει, με μια λιτή επιστολή τεσσάρων παραγράφων στις 2 Απριλίου, την υποψηφιότητά της για τη φιλοξενία της διάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα COP33, σηματοδοτεί μια ηχηρή αναδίπλωση σε σχέση με την εντυπωσιακή εξαγγελία του Ναρέντρα Μόντι στο COP28 στο Ντουμπάι, τον Δεκέμβριο του 2023. Τότε, ο Ινδός πρωθυπουργός είχε παρουσιάσει τη χώρα του ως έτοιμη να ηγηθεί, ως «φωνή του Παγκόσμιου Νότου». Σήμερα, η Ινδία επιλέγει να απομακρυνθεί από το επίκεντρο της κλιματικής διπλωματίας.
Υποβάθμιση του ρόλου της COP και αποδυνάμωση της συναίνεσης
Η COP, η ετήσια Διάσκεψη των Μερών με τη συμμετοχή 198 μερών (197 κρατών και της ΕΕ), προσφέρει σε όποιον τη φιλοξενεί κύρος, δυνατότητα διαμόρφωσης ατζέντας και διπλωματική ορατότητα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν Ινδοί αναλυτές, η επιρροή αυτού του θεσμού έχει φθίνει, ιδίως μετά τη σταδιακή διάβρωση της συναίνεσης γύρω από τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015.
Ο Τσάντρα Μπουσάν, επικεφαλής του International Forum for Environment, Sustainability and Technology, σημειώνει ότι «η σταθερή υποχώρηση της σημασίας της COP στην προώθηση ουσιαστικής δράσης για το κλίμα» είναι κεντρικός λόγος της ινδικής υπαναχώρησης. Καθοριστική, κατά τον ίδιο, ήταν η πλήρης διάρρηξη εμπιστοσύνης στη σύνοδο του Μπελέμ στη Βραζιλία, όπου αρκετές χώρες υπαναχώρησαν από ήδη συμφωνημένες δεσμεύσεις, ενώ η απουσία υψηλόβαθμης αμερικανικής παρουσίας ενίσχυσε την αίσθηση αποστασιοποίησης των μεγάλων δυνάμεων.
Παρά ταύτα, η Ινδία έχει επικαιροποιήσει τις εθνικά καθορισμένες συνεισφορές της για την περίοδο 2031-2035, δεσμευόμενη να μειώσει την ένταση εκπομπών της οικονομίας της κατά 47% σε σχέση με τα επίπεδα του 2005 έως το 2035, να διασφαλίσει ότι το 60% της εγκατεστημένης ισχύος θα προέρχεται από μη ορυκτές πηγές και να δημιουργήσει πρόσθετο «καταβόθρα» άνθρακα 3,5–4 δισ. τόνων CO₂ μέσω δασώσεων. Το μήνυμα από το Νέο Δελχί είναι ότι η ουσία της κλιματικής πολιτικής μετατοπίζεται στην εσωτερική εφαρμογή και λιγότερο στη διεθνή σκηνή.
Κόστος, χρηματοδότηση και στροφή σε εναλλακτικές πλατφόρμες
Ο Αμπινάς Μοχάντι, επικεφαλής κλίματος και βιωσιμότητας στην IPE Global, χαρακτηρίζει την απόφαση «πραγματιστική». Υπενθυμίζει ότι οι ανεπτυγμένες χώρες είχαν δεσμευθεί να διαθέτουν 100 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2020 για κλιματική χρηματοδότηση, αλλά υπολείπονται συστηματικά, ενώ ακόμη και νεότερες δεσμεύσεις της τάξης των 300 δισ. δολαρίων ετησίως έως το 2035 καλύπτουν μόνο μικρό μέρος των αναγκών του Παγκόσμιου Νότου.
Η Ινδία, που έχει αναδείξει επανειλημμένα το ζήτημα της κλιματικής δικαιοσύνης, έχει ήδη ξεπεράσει το 50% μη ορυκτής εγκατεστημένης ισχύος, φθάνοντας τα 200 GW ανανεώσιμης ενέργειας και μειώνοντας την ένταση εκπομπών της πάνω από ένα τρίτο από το 2005 – σε μεγάλο βαθμό με εγχώριους πόρους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάληψη του κόστους και του πολιτικού κεφαλαίου για τη φιλοξενία της COP33, μιας διαδικασίας που «δεν έχει αποδώσει δίκαια για τον Παγκόσμιο Νότο», όπως υποστηρίζει, μοιάζει ολοένα λιγότερο ελκυστική.
Αντί γι’ αυτό, η Ινδία επενδύει σε πλατφόρμες όπου μπορεί να ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο και να προωθεί συγκεκριμένες ατζέντες, όπως η International Solar Alliance και συναφείς συμμαχίες. Η μετατόπιση αυτή δείχνει μια πιο επιλεκτική, εργαλειακή χρήση της πολυμερούς κλιματικής διπλωματίας.
Φόβος αυξημένης διεθνούς πίεσης και εσωτερικές προτεραιότητες
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η αποφυγή εντατικοποιημένου ελέγχου γύρω από τον ρόλο του άνθρακα στην ινδική οικονομία. Η Ινδία παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός και καταναλωτής άνθρακα παγκοσμίως, παρότι επενδύει μαζικά στις ανανεώσιμες πηγές. Ως οικοδέσποινα της COP33, θα βρισκόταν στο επίκεντρο του επόμενου «global stocktake» στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού, με αυξημένες πιέσεις για σαφέστερα χρονοδιαγράμματα απεξάρτησης από τον άνθρακα, πιο φιλόδοξους στόχους και ταχύτερη μετάβαση.
Ο δημοσιογράφος Τζαγιάντα Μπασού εκτιμά ότι η κυβέρνηση αναπροσαρμόζει τις προτεραιότητές της ενόψει των εκλογών του 2029, προτιμώντας να επικεντρωθεί σε εσωτερικές προκλήσεις και άλλες μεγάλες διοργανώσεις. Η φιλοξενία μιας COP θα ενίσχυε όχι μόνο την κριτική για τις ενεργειακές επιλογές της Ινδίας, αλλά και τον διεθνή έλεγχο στον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίζεται τη διαφωνία, την κοινωνία των πολιτών και τις κλιματικές κινητοποιήσεις.
Η καθηγήτρια διεθνούς περιβαλλοντικού δικαίου Λαβάνια Ρατζαμάνι θεωρεί ότι η παγκόσμια κλιματική συναίνεση βρίσκεται περισσότερο σε φάση «αναμονής» παρά αποδόμησης και ότι η ινδική απόφαση υπαγορεύεται κυρίως από εσωτερικούς υπολογισμούς. Ωστόσο, τη χαρακτηρίζει χαμένη ευκαιρία για την Ινδία να εδραιώσει τον ρόλο της ως ηγέτιδας δύναμης στον κλιματικό χώρο, ιδίως ως εκπρόσωπος του Παγκόσμιου Νότου.
Σχόλιο
: Η απόσυρση της Ινδίας από την κούρσα για την COP33 δεν είναι απλώς τεχνική ή οργανωτική επιλογή, αλλά στρατηγικό σήμα αναδιάταξης ισορροπιών στην παγκόσμια κλιματική διακυβέρνηση. Το Νέο Δελχί αξιολογεί ότι το κόστος –οικονομικό, πολιτικό και σε βαθμό δέσμευσης– υπερβαίνει τα οφέλη, σε μια συγκυρία όπου οι ανεπτυγμένες οικονομίες δεν τηρούν τις υποσχέσεις τους για χρηματοδότηση και όπου η εσωτερική ενεργειακή μετάβαση παραμένει πολιτικά εύθραυστη. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ότι ο Παγκόσμιος Νότος θα διεκδικεί όλο και πιο επιθετικά νέους όρους στο κλιματικό «παζάρι», επιμένοντας σε χρηματοδότηση και τεχνολογία πριν αναλάβει πρόσθετα βάρη – κάτι που προμηνύει πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις στα επόμενα COP.






